Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΔΡΟΚΕΦΑΛΟΣ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΔΡΟΚΕΦΑΛΟΣ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Υδροκέφαλος από κενό.

Ο υδροκέφαλος από το κενό (hydrocephalus ex - vacuo), είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αύξηση του όγκου του ΕΝΥ, που χαρακτηρίζεται από  εξισορροπητική  μεγέθυνση των εγκεφαλικών κοιλιών και των υποαραχνοειδών χώρων, λόγω απώλειας εγκεφαλικής ουσίας.
Μπορεί να ταξινομηθεί ως ένας τύπος επικοινωνούντος υδροκεφάλου χωρίς παρεμπόδιση της απορρόφησης του ΕΝΥ, αν και συνήθως δεν αναφέρεται ως γνήσια υδροκεφαλία. 
Συνήθως παρατηρείται σε ασυμπτωματικούς ηλικιωμένους ως αποτέλεσμα της γήρανσης του εγκεφάλου με σχετική απώλεια όγκου, καθώς και σε παθολογικές καταστάσεις που προάγουν τη συρρίκνωση του εγκεφάλου:
*που σχετίζονται με τον γενικευμένο εκφυλισμό του εγκεφάλου (π.χ. ασθένεια Alzheimer και λευκοδυστροφίες ),
*που σχετίζονται με απώλεια εγκεφαλικής ουσίας λόγω εστιακής βλάβης (π.χ. εγκεφαλικό επεισόδιο και τραυματικές βλάβες).
Η ακριβής διάκριση μεταξύ υδροκεφαλίας και υδροκεφαλίας από το κενό μπορεί να αποτελέσει πρόκληση σε ορισμένες περιπτώσεις: ειδικά η διαφοροδιάγνωση από τον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης.

Βιβλιογραφία:
1."Quantitative Analysis of CSF Flow Dynamics using MRI in Normal Pressure Hydrocephalus.", M. Mase, K. Yamada, T. Banno, T. Miyachi, S. Ohara, T. Matsumoto, Acta Neurochir Suppl. 1998;71:350-3.
2."The predictive value of ventricular CSF removal in normal pressure hydrocephalus.", Krauss J, Regel J, Neurol Res. 1997 Aug;19(4):357-360.
3."Cerebrospinal fluid (CSF) ex vacuo.", Penning L., Radiol Clin (Basel). 1976;45(6):425-34.
4."The normal and pathological physiology of brain water.", Go KG., Adv Tech Stand Neurosurg. 1997;23:47-142.
5."CSF spaces in idiopathic normal pressure hydrocephalus: morphology and volumetry.", Kitagaki H, Mori E, Ishii K, Yamaji S, Hirono N, Imamura T., AJNR Am J Neuroradiol. 1998 Aug;19(7):1277-84.

Παγιδευμένη Τέταρτη Κοιλία.

Η μεμονωμένη διεύρυνση της τέταρτης κοιλίας, ή «εγκυστωμένη-encysted» ή «παγιδευμένη-trapped» τέταρτη κοιλία είναι μια σπάνια όψιμη επιπλοκή της κοιλιοπεριτοναϊκής παροχέτευσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού για την αντιμετώπιση του υδροκέφαλου. Η απόφραξη της παροχέτευσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) από την τέταρτη κοιλία, κι η συνέχιση της παραγωγής ΕΝΥ από το χοριοειδές της πλέγμα, έχει ως αποτέλεσμα την επακόλουθη διάτασή της και την συμπίεση των παρακείμενων δομών της παρεγκεφαλίδας και του εγκεφαλικού στελέχους. 
Παγιδευμένη κοιλία, ή επίσης γνωστή και ως απομονωμένη κοιλία, είναι μια παθολογική κατάσταση κατά την οποία μια κοιλία ή ένα τμήμα αυτής δεν επικοινωνεί με το υπόλοιπο κοιλιακό σύστημα. Η παρακώλυση της εξόδου του ΕΝΥ (με τη ταυτόχρονη συνέχιση της παραγωγής του) οδηγεί σε κυστική διαστολή της κοιλίας η οποία πλέον λειτουργεί χωροκατακτητικά, με ανάλογη κλινική συμπτωματολογία. Το σύνδρομο της παγιδευμένης κοιλίας μπορεί να εμφανιστεί στο "τρίγωνο" των πλάγιων κοιλιών, στην τρίτη και στην τέταρτη κοιλία. Στην αιτιολογία του συνδρόμου ενοχοποιούνται η φλεγμονή των χοριοειδών πλεγμάτων ή και των κοιλιών του εγκεφάλου, η φυματίωση, η αιμορραγία, ενδοκρανιακές μάζες, ενδοκοιλιακές κύστεις καθώς επίσης μπορεί να εμφανιστεί ως επιπλοκή της κοιλιοπεριτοναϊκής παροχέτευσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Οι κοιλίες του εγκεφάλου είναι οι Δύο Πλάγιες, η Τρίτη (ή μέση) κοιλία και η τέταρτη κοιλία.
• Οι δύο πλάγιες κοιλίες επικοινωνούν δια των δύο μεσοκοιλιακών τρημάτων (του Monro) με την Τρίτη κοιλία.
• Η Τρίτη κοιλία συνδέεται με την τέταρτη κοιλία διαμέσου του υδραγωγού του εγκεφάλου (υδραγωγού του Sylvius).
• Η τέταρτη κοιλία συνεχίζεται με τον κεντρικό σωλήνα του νωτιαίου μυελού, αλλά και δια των τριών τρημάτων της οροφής της, επικοινωνεί με τον υπαραχνοειδή χώρο (του κρανίου και του σπονδυλικού σωλήνος). 
• Ο κεντρικός σωλήνας στο κάτω άκρο του νωτιαίου μυελού καταλήγει τυφλά, διευρυνόμενος στην τελική κοιλία.
• Οι κοιλίες εσωτερικά επενδύονται με επένδυμα και είναι πλήρεις με εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ).
Η τέταρτη κοιλία είναι η κοιλότητα μπροστά από την παρεγκεφαλίδα και πίσω από τη γέφυρα και το άνω ήμισυ του προμήκους.
• Προς τα άνω συνεχίζεται με τον υδραγωγό του εγκεφάλου και προς τα κάτω με τον κεντρικό σωλήνα του νωτιαίου μυελού.
• Η τέταρτη κοιλία έχει πλάγια τοιχώματα, οροφή και το ρομβοειδούς σχήματος έδαφος.
• Η δίκην αντίσκηνου οροφή προβάλλει προς την παρεγκεφαλίδα.
• Τα δύο πλάγια κολπώματα επεκτείνονται προς έξω, γύρω από τον προμήκη, και εμφανίζουν έκαστον από ένα πλάγιο τρήμα της τέταρτης κοιλίας ή τρήμα του Luschka.
• Επίσης, στην οροφή της τέταρτης κοιλίας υπάρχει και το μέσο τρήμα ή τρήμα του Mangendie.
• Διαμέσου αυτών των τριών τρημάτων της οροφής της τέταρτης κοιλίας το εγκεφαλονωτιαίο υγρό εισέρχεται στον υπαραχνοειδή χώρο.
Το χοριοειδές πλέγμα της τέταρτης κοιλίας έχει σχήμα «Τ»:
• Το κάθετο σκέλος κρέμεται από το κάτω ήμισυ της οροφής της κοιλίας και σχηματίζεται από το εξαιρετικά αγγειοβριθές χοριοειδές ιστίο (το χοριοειδές ιστίο είναι διπέταλη πτυχή της  χοριοειδούς μήνιγγας, που προβάλλει στο εσωτερικό της τέταρτης κοιλίας εγκολπώνοντας το επένδυμά της.
• Το οριζόντιο σκέλος επεκτείνεται εκατέρωθεν εντός του πλάγιου κολπώματος.
• Η αιμάτωση του πλέγματος γίνεται από κλάδους των οπίσθιων κάτω παρεγκεφαλιδικών αρτηριών.

H Υδροκεφαλία είναι μια κοινή επιπλοκή μετά από προσβολή του εγκεφάλου από λοίμωξη, τραύμα ή αιμορραγία. Η θεραπεία της είναι συνήθως η εκτροπή της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού μέσω της τοποθέτησης συστήματος εγκεφαλοπεριτοναϊκής παροχέτευσης με το εγγύς άκρο του συστήματος να τοποθετείται σε μία πλάγια κοιλία. 
Κατ' εκτίμηση 140 ml ΕΝΥ περιβάλλουν τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό. Περίπου 480 ml παράγονται κάθε μέρα, και το ΕΝΥ "κυκλοφορεί" και ανακυκλώνεται τρεις φορές την ημέρα. Παράγεται κυρίως από το χοριοειδές πλέγμα (80%), αλλά και το εγκεφαλικό παρέγχυμα. Οι πλευρικές κοιλίες παράγουν το μεγαλύτερο μέρος του ΕΝΥ, το οποία στη συνέχεια περνά μέσω των τρήματων του Monro στην τρίτη κοιλία, και από εκεί προς την τέταρτη κοιλία διαμέσου του υδραγωγού του  Sylvius. Η τέταρτη κοιλία οριοθετείται από την γέφυρα και τον προμήκη πρόσθια και την παρεγκεφαλίδα οπίσθια. Συνεχίζει με το κεντρικό κανάλι του νωτιαίου μυελού προς τα κάτω. Η τέταρτη κοιλία έχει δύο πλευρικά ανοίγματα (ή τρήματα του Luschka) και μία διάμεση οπή (ή τρήμα του Magendie) μέσω των οποίων το ΕΝΥ περνά στον υπαραχνοειδή χώρο. Το ΕΝΥ έπειτα απορροφάται μέσω των αραχνοειδών λαχνών στους εγκεφαλικούς φλεβικούς κόλπους.
Απομονωμένη τέταρτη κοιλία, περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Dandy το 1921. Η λειτουργική κατάρρευση των τοιχωμάτων του υδραγωγού του  Sylvius συμβαίνει λόγω αλλαγής στην κλίση πίεσης κατά μήκος του σκηνιδίου, που προκαλείται από την πλευρική κοιλιακή διακλάδωση. Το κλείσιμο της εξόδου αυτής απομονώνει την τέταρτη κοιλία από το υπόλοιπο του κοιλιακό σύστημα, ενώ το χοριοειδές πλέγμα στην τέταρτη κοιλία συνεχίζει να παράγει ΕΝΥ οδηγώντας σε διαστολή της τέταρτης κοιλίας και προοδευτική συμπίεση των παρακείμενων δομών με αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων: κυρίως αταξία, νυσταγμός, δυσαρθρία, πυραμιδική συνδρομή, προσβολή κρανιακών συζυγιών, κινητικές διαταραχές των ματιών και συμπτώματα της αυξημένης ενδοκράνιας πίεσηςΠαγιδευμένη Τέταρτη Κοιλία έχει αναφερθεί στο 2,5% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε επέμβαση  εγκεφαλοπεριτοναϊκής παροχέτευσης ΕΝΥ. Ενδοκοιλιακή αιμορραγία, λοιμώξεις και μεθαιμορραγικός ή μεταφλεγμονώδης υδροκεφαλος είναι παράγοντες κινδύνου, προκαλώντας φλεγμονή του επενδύματος και το κλείσιμο των εξόδων της κοιλίας.

Βιβλιογραφία:
1. "Management strategies for treatment of the trapped fourth ventricle.", David H. Harter, Child's Nervous System, October 2004, Volume 20, Issue 10, pp 710–716.
2. "Trapped fourth ventricle.", T. Otsuki, T. Yoshimoto, J. Suzuki - Acta Neurochirurgica, September 1982, Volume 62, Issue 3, pp 259–264.
3. "Computed tomography of the trapped fourth ventricle.", RA Zimmerman, LT Bilaniuk and E Gallo, American Journal of Roentgenology, March 1978, Volume 130, Issue 3 : 503-506. 
4. "Trapped fourth ventricle in an adult: radiographic findings and surgical treatment.", Jerry L. Hubbard, M.D., O. Wayne Houser, M.D., Edward R. Laws Jr., M.D, Surgical Neurology, Volume 28, Issue 4, October 1987, Pages 301–306.
5. "The "keyhole": a sign of herniation of a trapped fourth ventricle and other posterior fossa cysts.", B J Wolfson, E N Faerber and R C Truex, American Journal of Neuroradiology May 1987, 8 (3) 473-477.

Υδροκέφαλος Φυσιολογικής Πιέσεως.

Ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης (Normal Pressure Hydrocephalus-NPH) είναι ένα πολύπλοκο κλινικό σύνδρομο που προκαλείται από τη συσσώρευση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στον εγκέφαλο και που παρατηρείται κυρίως σε άτομα της τρίτης ηλικίας. Τα συμπτώματά του είναι: 1) διαταραχές μνήμης («αμνησία»), κυρίως αφορούσες στην πρόσφατη μνήμη, 2) δυσχέρεια στη βάδιση (μικρά-αργά βήματα ή αστάθεια με συχνές πτώσεις) και 3) ακράτεια ούρων. Προκύπτει όταν υπάρχει συσσώρευση εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) στις κοιλίες του εγκεφάλου, αλλά συνήθως με φυσιολογική πίεση εγκεφάλου ή στα ανώτερα φυσιολογικά επίπεδα. Ως εκ τούτου, οι μετρήσεις της ενδοκρανιακής πίεσης δεν είναι αυξημένες. Σε ορισμένα άτομα, κατά τη διαδικασία της γήρανσης του εγκέφαλου οι φυσιολογικές δίοδοι αποχέτευσης (πακχιόνια σωμάτια) του ΕΝΥ προς τη φλεβική κυκλοφορία (άνω οβελιαίος κόλπος) φράζουν με αποτέλεσμα τη συλλογή ΕΝΥ μέσα στις κοιλίες και τη «χρόνια» συμπίεση του εγκέφαλου. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο όρος υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης είναι αντιφατικός δεδομένου ότι η πίεση του ΕΝΥ παρουσιάζει παθολογικές αποκλίσεις κατά τη διάρκεια του 24ωρου πλην όμως από μελέτες φαίνεται ότι κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κυμαίνεται μέσα σε φυσιολογικά όρια (0-18 cm H2O).
Οι ασθενείς με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης δεν έχουν οίδημα οπτικών θηλών ή άλλα σημεία αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης και η πίεση διάνοιξης του ΕΝΥ μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης είναι φυσιολογική. Έτσι οι ασθενείς δεν παρουσιάζουν και τα κλασσικά συμπτώματα που ακολουθούν την αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης, όπως ο πονοκέφαλος, η ναυτία, ο εμετός, ή οι μεταβολές συνείδησης, παρόλο που κάποιες μελέτες έδειξαν αύξηση της πίεσης κατά διαστήματα. Παρόλα αυτά, οι διογκωμένες κοιλίες ασκούν αυξημένη πίεση στον παρακείμενο φλοιώδη ιστό και φέρουν πολλαπλές επιπτώσεις στον ασθενή. Οι Hakim και Adams περιέγραψαν πρώτοι τα κλασσικά συμπτώματα, τα οποία είναι διαταραχές βάδισης, άνοια ή ψυχολογική εξασθένηση και ακράτεια ούρων. Αρκετές φορές ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πιέσεως διαγιγνώσκεται λανθασμένα ως Πάρκινσον, Αλτσχάιμερ ή Άνοια, εξαιτίας της χρόνιας φύσης του και των συγκεχυμένων συμπτωμάτων. Στον γενικό πληθυσμό άνω των 65 ετών ο επιπολασμός του ιδιοπαθούς υδροκέφαλου είναι 0.4% ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τις νόσους Alzheimer και Parkinson είναι 5% και 0.7%. Στη Σουηδία υποβάλλονται σε επέβαση για υδροκέφαλο περί τους 4-5 ενήλικες ανά 100,000 κατοίκους ετησίως. Το 1/3 από αυτούς πάσχει από ιδιοπαθή υδροκέφαλο. Τα υπόλοιπα 2/3 χειρουργούνται εξαιτίας δευτεροπαθούς υδροκέφαλου. Μια νορβηγική μελέτη σε πληθυσμό 220.000 κατοίκων βρήκε μια επίπτωση 5,5 ανά 100.000 πληθυσμού. Σε μια άλλη ιαπωνική μελέτη, σε ηλικιωμένα άτομα (ηλικίας άνω των 65 ετών) που υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία η διάγνωση του υδροκέφαλου φυσιολογικής πιέσεως έφτασε το 1,4%.
Ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης αποτελεί μία κλινική οντότητα η οποία χαρακτηρίζεται από διαταραχές της βάδισης, που ακολουθείται από ακράτεια ούρων και διαταραχές της νόησης, συνοδεύεται δε από διάταση του κοιλιακού συστήματος αλλά με φυσιολογική ενδοκράνια πίεση. Παρόλο που ο ακριβής μηχανισμός είναι άγνωστος, ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης θεωρείται μια μορφή «επικοινωνούντα» υδροκεφάλου όπου υπάρχει μειωμένη επαναρρόφηση ΕΝΥ.
Το 1965 περιγράφηκε για πρώτη φορά από τους Hakim και Adams το σύνδρομο του υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης με τη γνωστή κλασική κλινική τριάδα: Διαταραχές κινητικότητας, γνωσιακές και ψυχιατρικές διαταραχές, διαταραχές σφιγκτήρων. Απεικονιστικά, έχουμε μία διάταση του κοιλιακού συστήματος, ενώ η αφαίρεση ποσότητας εγκεφαλονωτιαίου υγρού επιφέρει μία σαφή βελτίωση της κλινικής εικόνας. Ο επιπολασμός του υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης είναι περίπου 0,5-1% στον πληθυσμό άνω των 65 ετών με μικρή υπεροχή στους άνδρες. Η μέση ηλικία εμφάνισης είναι 66 έτη (± 13 έτη). Σήμερα υπάρχει η αγγειακή ή υδροδυναμική θεωρεία βάσει της οποίας η σύσπαση των ενδοκρανιακών αγγείων μεταφέρει μία παλμικότητα στη κυκλοφορία του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και άρα οι αλλοιώσεις των αγγείων θα μπορούσαν να προκαλέσουν υδροκέφαλο. Υπέρ της άποψης αυτής είναι η μεγάλη συχνότητα των αγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης. Η κοιλιοπεριτοναϊκή παροχέτευση του ΕΝΥ στην πλειοψηφία των ασθενών δίνει θετικά αποτελέσματα. Λόγω της δυνατότητας για τη θετική αντιμετώπιση του υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης είναι κατανοητή η έγκαιρη και σίγουρη διάγνωση. Επίσης, η διαφορική διάγνωση από άλλες κλινικές οντότητες (Πάρκινσον, Άνοια), οι εκδηλώσεις των οποίων θα μπορούσαν να θέσουν εσφαλμένα τη διάγνωση του υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης  και ως εκ τούτου μία περιττή χειρουργική πράξη, είναι πρωταρχικής σημασίας. 
Υπάρχουν δύο είδη υδροκεφάλου φυσιολογικής πιέσεως: o ιδιοπαθής και o δευτεροπαθής. Ο όρος ιδιοπαθής σημαίνει ότι δεν υπάρχει γνωστή αιτία. Ο δευτεροπαθής τύπος υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης μπορεί να οφείλεται σε υπαραχνοειδή αιμορραγία, τραύμα στο κεφάλι, κάποια νεοπλασία, μόλυνση του ΕΝΥ, ή σε επιπλοκή κρανιακής χειρουργικής επέμβασης.
Πρόσφατες μελέτες, βασισμένες στον πληθυσμό, εκτίμησαν τον επιπολασμό της νόσου περίπου 0.5% σε ηλικίες άνω των 65 ετών, με συχνότητα περίπου 5,5 ασθενείς ανά 100.000 άτομα ετησίως. Η μελέτη είναι σύμφωνη με άλλα συγκρίσιμα συμπεράσματα που κατέδειξαν ότι παρόλο που ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης μπορεί να εμφανισθεί τόσο στους άντρες, όσο και στις γυναίκες ίδιας ηλικίας, είναι συχνότερος στον ηλικιωμένο πληθυσμό, με σημείο έναρξης περίπου στην 6η-7η δεκαετία ζωής. Ασθενείς που πάσχουν από άνοια, είναι περιορισμένοι σε οίκο ευγηρίας και μπορεί να πάσχουν από μη διαγνωσμένο υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης  μπορεί πιθανότατα να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα, έπειτα από θεραπεία.
Οι χαρακτηριστικές κλινικές ενδείξεις του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης, όπως αναφέρθηκε, είναι: διαταραχές βάδισης (ταλάντευση των κάτω άκρων), άνοια ή ψυχολογική εξασθένηση και ακράτεια ούρων.
Οι διαταραχές βάδισης είναι το αρχικό και προέχων σύμπτωμα, και μπορεί να είναι προοδευτικό, εξαιτίας της διαστολής των κοιλιών, ειδικά των πλάγιων. Η διαστολή των πλάγιων κοιλιών οδηγεί στην έλξη των πυραμιδικών κινητικών ινών που κατεβαίνουν στην οσφυοιερά μοίρα. Οι διαταραχές βάδισης ταξινομούνται ως: ήπιες (επιφυλακτικό βήμα με κάποιο βαθμό δυσκολίας, με παρουσία παράλληλης βάδισης), σημαίνουσες (δυσκολία στη βάδιση και μη σταθερό βήμα) και σοβαρές (υποβοηθούμενη βάδιση). Στα αρχικά στάδια, η διαταραχή εμφανίζεται ως αστάθεια και διαταραχή της ισορροπίας, ειδικά στο ανέβασμα ενός σκαλοπατιού. Ο ασθενής μπορεί να αναφέρει αδυναμία και κούραση στα κάτω άκρα, παρόλο στην εξέταση δεν παρατηρείται πάρεση ή αταξία. Όταν ο ασθενής βρίσκεται στο ήπιο ή και στο σημαίνων στάδιο τής υδροκεφαλίας, συχνά είναι απαραίτητη η χρήση ενός βοηθήματος βάδισης, όπως περπατητήρα με ή χωρίς ρόδες. Στο στάδιο αυτό ο ασθενής παρουσιάζει μείωση του ύψους βήματος και της ταχύτητα βάδισης. Ο τρόπος βάδισης αυτός είναι γνωστός ως μαγνητική βάδιση, καθώς το πόδι φαίνεται σαν κολλημένο στην επιφάνια βάδισης, και αποτελεί χαρακτηριστικό κλινικό σύμπτωμα για την διάγνωση του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης. Αρκετές φορές μπορεί να μοιάζει με την χαρακτηριστική βάδιση ασθενούς με νόσο Πάρκινσον, που περιλαμβάνει ανακατεμένα βήματα και κύφωση, όμως δεν υπάρχει ακαμψία ή τρόμος. Επίσης, παρατηρείται η τάση του σώματος να πέφτει προς τα πίσω, οπότε ο ασθενής κάνει χρήση μιας ευρείας βάδισης ώστε να αυξήσει την σταθερότητά του. Στο τελικό στάδιο, το οποίο αναφέρεται ως υδροκεφαλική αβασία, ο ασθενής προοδευτικά χάνει την ικανότητα βάδισης, ακόμα και την ικανότητα να σταθεί, να καθίσει ή να σηκωθεί από μια καρέκλα.
Η άνοια προέρχεται κυρίως από διαταραχή του μετωπιαίου λοβού και αποτελεί τύπο υποφλοιώδους άνοιας. Παρατηρείται στον ασθενή ως μορφή απάθειας, αμνησίας, αδράνειας, απώλειας προσοχής, μειωμένης ταχύτητας λήψης πληροφοριών (αμβλύτητα στην σκέψη ή τις πράξεις), ή διαταραχής της χρήσης επίκτητων γνώσεων (σύμπτωμα που χαρακτηρίζει την απώλεια ακεραιότητας του μετωπιαίου λοβού). Μπορεί επίσης να υπάρχουν διαταραχές μνήμης, ενώ σε μερικές περιπτώσεις αποτελεί το κύριο σύμπτωμα, οδηγώντας σε λανθασμένη διάγνωση νόσου Alzheimer. Παρόλα αυτά, στον υδροκέφαλο υπάρχει μια προφανής διαφορά στην δριμύτητα ανάμεσα στην διαταραχές ανάκλησης και στην λιγότερο ή καθόλου ύπαρξη διαταραχών αναγνώρισης. Η άνοια θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα προσβολής των μετωπιαίων και επιχείλιων ινών που λειτουργούν επίσης στην περικοιλιακή περιοχή.
Η ακράτεια ούρων εμφανίζεται στα τελικά στάδια της νόσου, και προέρχεται από την σπαστική υπεραντανακλαστικότητα, και την αυξημένη ανάγκη για ούρηση που σχετίζεται με την αναστολή της συστολής της ουροδόχου κύστης και την αστάθεια του εξωστήρα. Στις σοβαρότερες περιπτώσεις, η σπαστική υπεραντανακλαστικότητα σχετίζεται με την έλλειψη ενδιαφέροντος του ασθενούς να ουρήσει, εξαιτίας της έντονης γνωστικής δυσλειτουργίας του μετωπιαίου λοβού. Η κατάσταση αυτή είναι επίσης γνωστή και ως «ακράτεια μετωπιαίου λοβού», κατά την οποία ο ασθενής αδιαφορεί για τα επαναλαμβανόμενα συμπτώματα του ουροποιητικού.
Διάγνωση.
Η διάγνωση του Υδροκεφάλου Φυσιολογικής Πίεσης γίνεται αρχικά με την απεικόνιση του εγκεφάλου, είτε με Αξονική είτε με Μαγνητική Τομογραφία. Έπειτα πραγματοποιείται οσφυονωτιαία παρακέντηση για την μέτρηση της πίεσης του ΕΝΥ και την εκκένωσή του ώστε να εκτιμηθεί η ανταπόκριση του ασθενούς στην αφαίρεση τουλάχιστον 30 mL ΕΝΥ. Μπορεί να τοποθετηθεί συνεχής εξωτερική οσφυϊκή παροχέτευση για περίπου 3-4 ημέρες. Η Μαγνητική Ροής ΕΝΥ (Μέτρηση ταχύτητας ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στον υδραγωγό του Sylvius με Απεικόνιση Μαγνητικού Συντονισμού Φάσης – Αντίθεσης) αποτελεί μια μη επεμβατική και γρήγορη μέθοδο ανάλυσης και αξιολόγησης της δυναμικής του κυκλοφορικού συστήματος του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Η εκτίμηση της μέγιστης ταχύτητας ροής του ΕΝΥ στον εγκεφαλικό υδραγωγό μαζί με άλλες παραμέτρους ροής, μπορούν να κατευθύνουν τη σωστή διάγνωση και αντιμετώπιση των ασθενών με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης.
Η Αξονική Τομογραφία μπορεί να απεικονίσει την διόγκωση των κοιλιών καθώς και τον βαθμό ατροφίας.
Η Μαγνητική Τομογραφία, πέρα από την διόγκωση των κοιλιών, μπορεί να δείξει κάποιο βαθμό διαρροής ΕΝΥ γύρω από τις κοιλίες. Οι εξετάσεις αυτές όμως δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν παθολογικές καταστάσεις με την ίδια κλινική εικόνα, όπως η νόσος Alzheimer, η αγγειακή άνοια ή η νόσος Πάρκινσον.
Μετά τις απεικονιστικές εξετάσεις, πραγματοποιείται οσφυονωτιαία παρακέντηση, και αποτελεί το πρώτο βήμα για την διάγνωση. Γίνεται προσεχτική μέτρηση της πίεσης του Υδροκεφάλου, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις κυμαίνεται πάνω από 155 mm H2O. Η βελτίωση της κλινικής εικόνας έπειτα από την αφαίρεση του Υδροκεφάλου (30mL ή περισσότερο) έχει υψηλή προγνωστική αξία για την μετέπειτα πορεία του ασθενούς. Η δοκιμή αυτή καλείται “δοκιμή Miller-Fisher”. Τουναντίον, ένα αρνητικό αποτέλεσμα έχει πολύ χαμηλή προγνωστική ακρίβεια, καθώς αρκετοί ασθενείς παρόλο που αρχικά δεν ανταποκρίθηκαν, στην συνέχεια παρουσίασαν βελτίωση.
Η Απεικόνιση Μαγνητικού Συντονισμού φάσης–αντίθεσης, η οποία πραγματοποιείται πριν και μετά την οσφυϊκή παροχέτευση του ΕΝΥ, αποτελεί μια ευαίσθητη μέθοδο που υποστηρίζει την κλινική διάγνωση του υδροκέφαλου φυσιολογικής φίεσης που αναμένεται να ωφεληθούν από τη χειρουργική επέμβαση παροχέτευσης και για να επιλέξει ασθενείς με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης οι οποίοι δεν αναμένεται να ωφεληθούν από αυτή την επέμβαση. Μετρώντας τη μέγιστη ταχύτητα ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού πριν και μετά την οσφυϊκή παροχέτευση μέσω της Απεικόνισης Μαγνητικού Συντονισμού φάσης– αντίθεσης, είναι δυνατό να μετρηθεί αντικειμενικά η αλλαγή στη δυναμική της ροής του ΕΝΥ και να καθοριστεί ο ρόλος της παροχέτευσης στην επιλογή περιπτώσεων για χειρουργική παροχέτευση. Μόνο όταν υπάρχει σημαντική μείωση στις μετρήσεις της μέγιστης ταχύτητας ροής, ο ασθενής πρέπει να προτείνεται σε χειρουργική επέμβαση παράκαμψης. Η αξιολόγηση της μεταβολής της δυναμικής της ροής μετά την παροχέτευση του ΕΝΥ μέσω της οσφυϊκής αφαίρεσης μπορεί να προβλέψει μια επιτυχή έκβαση της χειρουργικής επέμβασης σε κάθε περίπτωση.
Η εξωτερική οσφυϊκή παρακέντηση φαίνεται να έχει τα υψηλότερα ποσοστά ακριβείας όσων αφορά την πρόβλεψη της επιτυχούς έκβασης κατόπιν του χειρουργείου.
Σήμερα διαθέτουμε και λειτουργικές διαγνωστικές εξετάσεις όπως: (α) η εκκένωση 30-50 ml ΕΝΥ με οσφυονωτιαία παρακέντηση και η μέτρηση της πίεσης του, (β) η 24ωρη συνεχής μέτρηση της ενδοκράνιας πίεσης, (γ) η μέτρηση της αντίστασης του ΕΝΥ με οσφυονωτιαία παρακέντηση, (δ) ολιγοήμερη παροχέτευση του ΕΝΥ, (ε) η κινηματογραφική καταγραφή της βάδισης και (στ) η ηλεκτρονική ανάλυση της βάδισης.
Η θετική ανταπόκριση στην εκκένωση 30-50 ml ΕΝΥ προσφέρει μία επιπλέον επιβεβαίωση σε ότι αφορά στο καλό χειρουργικό αποτέλεσμα. Παρ’ όλα αυτά, με δεδομένη τη χαμηλή ευαισθησία της (26-61%), η εκκενωτική οσφυονωτιαία παρακέντηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως κριτήριο αποκλεισμού από τη χειρουργική θεραπεία.
Σε ότι αφορά στη μέτρηση της αντίστασης του ΕΝΥ, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ροή του υφίσταται μία φυσιολογική επιβράδυνση εξαιτίας της ηλικίας. Οι μελέτες έδειξαν ότι η δοκιμασία αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερη ευαισθησία (57-100%) σε σχέση με την εκκένωση ΕΝΥ και αντίστοιχη (75-92%) θετική προγνωστική τιμή).
Η ολιγοήμερη (2-3 μέρες) εξωτερική τεχνητή συλλογή του ΕΝΥ (παροχέτευση περίπου 300 ml) είναι
μία εξέταση προσομοίασης με υψηλή ευαισθησία (50-100%) και θετική προγνωστική τιμή (80-100%).
Τέλος, ο νευροψυχολογικός έλεγχος συμβάλλει στην καλύτερη αξιολόγηση της μνήμης και των λοιπών νοητικών λειτουργιών.
Παρά την πληθώρα των παρακλινικών βοηθημάτων διάγνωσης, η επιλογή των ασθενών που αναμένεται να παρουσιάσουν βελτίωση των νευρολογικών προβλημάτων τους, ορισμένες φορές, παραμένει δυσχερής.
Πέρα από τη θετική διάγνωση έχει μεγάλο ενδιαφέρον η διαφορική διάγνωση από άλλες κλινικές οντότητες των οποίων η κλινική εικόνα μιμείται αυτήν του υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης. Αυτό έχει μεγάλη σημασία διότι μία ψευδώς θετική διάγνωση υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης  οδηγεί σε μία αχρείαστη χειρουργική πράξη με όλες τις συνέπειες που αυτό επιφέρει.
Η διάγνωση του υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης είναι καθάρα κλινική. Ασθενείς με απεικονιστικά ευρήματα στην αξονική και μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου απολύτως συμβατά με υδροκέφαλο δεν θεωρείται ότι φέρουν το συνδρομο του υδροκέφαλου φυσιολογικής πίεσης εάν είναι ασυμπτωματικοί και φυσικά δεν τίθεται θέμα χειρουργικής αντιμετώπισης.

Η κλασική κλινική τριάδα της Νόσος Parkinson (τρόμος ηρεμίας, κινητικές διαταραχές, υπομιμία προσώπου), όταν είναι πλήρης, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τη διαφορική διάγνωση από τον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης, ακόμη και εάν συνυπάρχει διάταση του κοιλιακού συστήματος. Η διαφορική διάγνωση τίθεται κυρίως όταν ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης εκδηλώνεται μόνο με τις κινητικές διαταραχές, γεγονός αρκετά σύνηθες στα πρώτα στάδια της νόσου. Σε αρκετές περιπτώσεις υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης παρατηρείται μία παρκινσονική συνδρομή, συνήθως ατελής, αλλά όπως και στην παρκινσονική αγγειακή συνδρομή, αποδίδεται περισσότερο σε υποκείμενη νόσο Νόσο Parkinson. Σπανίως, η παρκινσονική συνδρομή είναι εκδήλωση του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης. Οι διαταραχές βάδισης του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης έχουν μερικά χαρακτηριστικά τα οποία τις διαφοροποιούν από αυτές της Νόσου Parkinson: Τα βήματα είναι μικρά αλλά διαφορετικού μεγέθους, τα πόδια είναι απομακρυσμένα, οι συνοδευτικές κινήσεις των άνω άκρων διατηρούνται, η όρθια θέση είναι δυνατή, υπάρχει οπισθώθηση. Η βάδιση δεν βελτιώνεται από την όραση. Η απάντηση στη χορήγηση levodopa είναι μερική ή μηδαμινή. Η εκκενωτική οσφυονωτιαία παρακέντηση βελτιώνει τις κινητικές διαταραχές. Αντιθέτως, στη νόσο Νόσο Parkinson υπάρχει ένα σερνόμενο βάδισμα με μικρά ίσα βήματα, με σκυφτή στάση και με μειωμένες συνοδευτικές κινήσεις των άκρων. Φυσικά δεν υπάρχει βελτίωση της κλινικής εικόνας μετά από εκκενωτική οσφυονωτιαία παρακέντηση στη Νόσο Parkinson. Φυσικά στη Νόσο Parkinson ο απεικονιστικός έλεγχος δεν δείχνει διάταση του κοιλιακού συστήματος, άρα στη Νόσο Parkinson δεν τίθεται θέμα διαφορικής διάγνωσης με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις στις οποίες έχουμε απεικονιστική εικόνα υδροκεφάλου η παρουσία μίας παρκινσονικής συνδρομής θέτει το ερώτημα εάν πρόκειται για παρκινσονική συνδρομή ως εκδήλωση του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης (σπανίως), η για υποκείμενη Νόσο Parkinson σε συνδυασμό με τη διάγνωση του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης. 


Η νόσος Alzheimer ή Φλοιώδης Άνοια, συχνά στον απεικονιστικό έλεγχο (αξονική ή μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου) μπορεί να δείξει μία διάταση του κοιλιακού συστήματος συνοδευομένη από μία φλοιώδη ατροφία. Στη νόσο Alzheimer η απώλεια της εγκεφαλικής ουσίας οδηγεί σε μία παθητική διάταση του κοιλιακού συστήματος. Όταν η ατροφία είναι έντονη και επιπλέον δεν υπάρχουν ανωμαλίες, κυρίως περικοιλιακά, της λευκής ουσίας, τότε η διάγνωση της νόσου Alzheimer είναι σχετικά προφανής, εφόσον φυσικά υπάρχουν διαταραχές των γνωσιακών λειτουργιών. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης η διάταση του κοιλιακού συστήματος δεν συνοδεύεται από φλοιώδη ατροφία ή συνοδεύτεται από μία μικρού βαθμού ατροφία. Επίσης, κυρίως στη μαγνητική τομογραφία, αναδεικνύονται οι εστίες υψηλής έντασης παρακοιλιακά, χαρακτηριστικό του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης ιδίως όταν δεν συνυπάρχει φλοιώδης ατροφία. Δεν τίθεται διαγνωστικό πρόβλημα σε περιπτώσεις στις οποίες τα ευρήματα στον απεικονιστικό έλεγχο είναι σαφή. Στην πλειονότητα όμως των περιπτώσεων τα δεδομένα δεν είναι ξεκάθαρα. Επίσης, στα άτομα τρίτης ηλικίας οι δύο παθολογίες μπορεί να συνυπάρχουν. Στις περιπτώσεις λοιπόν αυτές καθίσταται απολύτως ανάγκαια για την ακριβή διάγνωση η κλινική εικόνα. Τονίζουμε ακόμα μία φορά οτι η διάγνωση του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης  δεν μπορεί να τεθεί μόνο με τα απεικονιστικά ευρήματα. Η κλινική εικόνα είναι αυτή που θέτει τη διάγνωση και θέτει την ένδειξη ή όχι της κοιλιοπεριτοναϊκής παράκαμψης.
Αυτό πού χαρακτηρίζει την ανοϊκή συνδρομή είναι οι διαταραχές των γνωσιακών λειτουργιών (διαταραχές μνήμης, αποπροσανατολισμός σε χρόνο, τόπο, αφασία, απραξία, αγνωσία, διαταραχές των εκτελεστικών ικανοτήτων), οι ψυχιατρικές εκδηλώσεις, οι διαταραχές συμπεριφοράς. Αντιθέτως, οι διαταραχές της βάδισης δεν αποτελούν μέρος της σημειολογίας της νόσου Alzheimer στα αρχικά στάδια της νόσου, συναντώνται σε 30-50% των περιπτώσεων μετά από αρκετά έτη εξέλιξης ανεξάρτητα από την ηλικία. Οι δυσκολίες της βάδισης έχουν τα χαρακτηριστικά της απραξίας βάδισης όπως στον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης. Συχνή είναι η εξωπυραμιδική συνδρομή υπό μορφή υπερτονίας. Σπανίως, έχουμε πυραμιδική ή παρεγκεφαλιδική συνδρομή. Οι διαταραχές ούρησης εμφανίζονται σε προχωρημένα στάδια και οφείλονται κυρίως σε αδιαφορία ή σε μηχανισμό άρσης αναστολών. Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων τα προβλήματα μνήμης αποτελούν την πρώτη εκδήλωση της νόσου. Ο απεικονιστικός έλεγχος δεν έχει ειδικά ευρήματα, υπάρχει μία ατροφία λόγω απώλεια φαιάς ουσίας και διάταση του κοιλιακού συστήματος. Στα πρώτα στάδια του υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης δύσκολα μπορεί να τεθεί πρόβλημα διάγνωσης με τη νόσο Alzheimer, λόγω του ότι στον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης οι γνωσιακές διαταραχές σπανίως εμφανίζονται, σε αντίθεση με τη νόσο Alzheimer, στην οποίαοι διαταραχές βάδισης δεν υπάρχουν στα πρώτα στάδια. Φυσικά στην πράξη, στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ασθενείς εξετάζονται σε στάδια πιο προχωρημένα, στα οποία οι διαταραχές βάδισης και οι διαταραχές των γνωσιακών λειτουργιών μπορεί να συνυπάρχουν και επομένως η ακριβής διάγνωση είναι πολύ δύσκολη. Στις περιπτώσεις αυτές εκτός της κλινικής εικόνας, μεγάλο ρόλο έχει η ακριβής και λεπτομερής λήψη του ιστορικού του ασθενή. Συνήθως το ιστορικό, η κλινική εικόνα και η απεικόνιση του εγκεφάλου δίνουν τη λύση. Η εκκενωτική ΟΝΠ επιβεβαιώνει σε περιπτώσεις υδροκεφάλου φυσιολογικής πίεσης. Σε αμφίβολες περιπτώσεις η μέτρηση της αντίστασης στη ροή του ΕΝΥ με τη δοκιμασία της έκχυσης βοηθάει στην τελική διάγνωση. Γενικά, υπέρ της διάγνωσης της νόσο Alzheimer είναι: η ολική και μη αναστρέψιμη επιδείνωση όλων των ανωτέρω λειτουργιών, η απούσια ή η αργοπορημένη εμφάνιση των διαταραχών βάδισης, όπως και των διαταραχών ούρησης, η παρουσία έντονης φλοιώδους ατροφίας στον απεικονιστικό έλεγχο και η απουσία εστιών παρακοιλιακά.

Ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης ανήκει στις κατηγορίες των νόσων οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν υποφλοιώδη άνοιαΟι άλλες οντότητες που επίσης εμπλέκονται στην παθογένεια της υποφλοιώδους άνοιας είναι κυρίως η  Προϊούσα Υπερπυρηνική Παράλυση, η Νόσος Huntington, η Νόσος Πάρκινσον, η Σκλήρυνση κατά πλάκας, και η αγγειακή άνοια. Για τη ΝΠ ήδη αναφερθήκαμε. Για τις περισσότερες από αυτές όταν η διάταση του κοιλιακού συστήματος και οι διαταραχές βάδισης εμφανίζονται, οι λοιπές εκδηλώσεις των νοσημάτων αυτών δεν αφήνουν αμφιβολίες για τη σωστή διάγνωση. Οι αγγειακού τύπου άνοιες οι οποίες αποτελούν μακράν τη συνηθέστερη αιτία των υποφλοιωδών ανοιών αποτελούν την συνηθέστερη αιτία άνοιας μετά τη νόσο Alzheimer. Η κλινική εικόνα των αγγειακών ανοιών διαφέρει από αυτήν της νόσου Alhzeimer στα εξής: Οι αφασικές διαταραχές δεν είναι ούτε τυπικές, ούτε εμφανίζονται στα πρώτα στάδια. Κύριο χαρακτηριστικό των αγγειακών ανοιών είναι, από την αρχή της νόσου, η βραδύτητα των γνωσιακών λειτουργιών, οι διαταραχές των εκτελεστικών λειτουργιών, ενώ οι διαταραχές της μνήμης αφορούν τα πρόσφατα και τα παλαιά ενθύμια. Οι ασθενείς με αγγειακή άνοια εμφανίζουν γρηγορότερα συγκινησιακή συμπεριφορά και ψευδοπρομηκική συνδρομή. Στις αγγειακές άνοιες πολύ λίγα σημεία ανήκουν στην κλινική τριάδα: αφασία, αγνωσία, απραξία. Σε σχέση με τον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης η συγκινησιακή συμπεριφορά, οι ψευδοπρομηκικές εκδηλώσεις, η πρώιμη εμφάνιση των γνωσιακών διαταραχών και το αγγειακό ιστορικό του ασθενή, βοηθούν τη διάγνωση της αγγειακής άνοιας. Η παρουσία στη μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου παθολογικών εστιών στην εν τώ βάθει λευκή ουσία και στα βασικά γάγγλια είναι στοιχείο υπέρ της αγγειακής άνοιας. Πρέπει να τονίσουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης συνυπάρχει με την ισχαιμική λευκοεγκεφαλοπάθεια. Όταν λοιπόν η κλινική εικόνα του ασθενή είναι τυπική για υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης, η παρουσία στον απεικονιστικό έλεγχο μικροισχαιμικών αλλοιώσεων δεν αποκλείει την κοιλιοπεριτοναϊκή παράκαμψη.

Θεραπεία.
Ο Υδροκέφαλος Φυσιολογικής Πίεσης αντιμετωπίζεται με την εμφύτευση ενός κοιλιοπεριτοναϊκού καθετήρα για την παροχέτευση της περίσσειας ΕΝΥ από τον εγκέφαλο στην κοιλιακή χώρα όπου απορροφάται. Οι ασθενείς με τις περισσότερες πιθανότητες να ανακάμψουν είναι εκείνοι που παρουσίασαν μόνο διαταραχές βάδισης, ήπια ή καθόλου ακράτεια ούρων, και ήπια άνοια. Μια πιο πρόσφατη μελέτη δίνει καλύτερη έκβαση συνάπτοντας ότι εάν οι ασθενείς με υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης έχουν ταυτοποιηθεί σωστά, το 86% των ασθενών έχουν θετική έκβαση μετά την κοιλιοπεριτοναϊκή παροχέτευση του ΕΝΥ, είτε στις διαταραχές βάδισης, είτε στην ακράτεια ούρων, είτε και στα δυο. Επίσης, παρατηρήθηκε ότι οι διαγνωστικές μετρήσεις του μεγέθους φλοιού και των περικοιλιακών διαυγάσεων σχετίζονταν με την έκβαση. Αντίθετα, άλλοι παράγοντες όπως η ηλικία του ασθενούς, η διάρκεια των συμπτωμάτων, η διαστολή των κοιλιών και ο βαθμός της προεγχειρητικής άνοιας, δεν σχετίζονται με την έκβαση του ασθενούς. Όταν ακολουθούνται τα ορθά κριτήρια επιλογής των ασθενών, η επέμβαση είναι λίαν αποτελεσματική και η βελτίωση της μνήμης και βάδισης ιδιαίτερα θεαματική.
Οι κυριότερες επιπλοκές, μετά από επέμβαση τοποθέτησης συστήματος παράκαμψης ΕΝΥ, είναι οι ακόλουθες: (α) η έμφραξη ή η μειωμένη παροχέτευση, (β) η επιμόλυνση, (γ) η υπερβολική παροχέτευση με αποτέλεσμα τον πονοκέφαλο ή την υποσκληρίδια συλλογή και (δ) το αιμάτωμα.
Η έμφραξη- δηλαδή το να "βουλώσει" το σύστημα της κοιλιοπεριτοναϊκής παροχέτευσης- συμβαίνει σε ποσοστό 5-10% και αντιμετωπίζεται με επανεπέμβαση. Η επιμόλυνση παρουσιάζει διακυμάνσεις (1-15%) στην επίπτωσή της, σύμφωνα με διεθνείς δημοσιεύσεις. Η αντιμετώπιση της παρουσιάζει δυσκολίες δεδομένου ότι απαιτεί χειρουργική αφαίρεση του συστήματος και αρκετές εβδομάδες αντιβιοτικής αγωγής προτού γίνει η επανατοποθέτηση του. Τέλος, η μειωμένη ή η υπερβολική παροχέτευση (2-5%) αντιμετωπίζεται με εξωτερική τροποποίηση της πίεσης λειτουργίας της βαλβίδας (μείωση ή αύξηση αντίστοιχα) με χρήση ειδικού φορητού εξοπλισμού χάρη στην χρήση εξωτερικά ρυθμιζόμενων βαλβίδων. Την τελευταία δεκαετία χρησιμοποιούνται, όλο και περισσότερο, οι προγραμματιζόμενες ή ρυθμιζόμενες βαλβίδες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα νέων ρυθμίσεων της πίεσης της βαλβίδας χωρίς να απαιτείται νέα επέμβαση για τοποθέτηση νέας βαλβίδας που να λειτουργεί με χαμηλότερη ή και υψηλότερη πίεση.
Βιβλιογραφία:
1."Quantitative Analysis of CSF Flow Dynamics using MRI in Normal Pressure Hydrocephalus.", M. Mase, K. Yamada, T. Banno, T. Miyachi, S. Ohara, T. Matsumoto, Acta Neurochir Suppl. 1998;71:350-3.
2."The predictive value of ventricular CSF removal in normal pressure hydrocephalus.", Krauss J, Regel J, Neurol Res. 1997 Aug;19(4):357-360.
3."Surgical management of idiopathic normal pressure hydrocephalus: a trial of a trial.", Toma AK, Watkins LD, Br J Neurosurg. 2016 Dec;30(6):605. Epub 2016 Sep 14.
4."Degenerative cerebellar diseases and differential diagnoses.", Reith W, Roumia S, Dietrich P, Radiologe. 2016 Nov;56(11):976-982.
5."Guidelines for management of idiopathic normal pressure hydrocephalus: second edition.", Mori E, Ishikawa M, Kato T, Kazui H, Miyake H, Neurol Med Chir (Tokyo). 2012;52(11):775-809.
7."Development of guidelines for idiopathic normal-pressure hydrocephalus: introduction.", Marmarou A, Bergsneider M, Relkin N, Klinge P, Black PM, Neurosurgery. 2005 Sep;57(3 Suppl):S1-3.
8."EFNS-ENS Guidelines on the diagnosis and management of disorders associated with dementia.", Sorbi S, Hort J, Erkinjuntti T, Fladby T, Gainotti G, Gurvit H, Eur J Neurol. 2012 Sep;19(9):1159-79. 
9."Salomón Hakim and the discovery of normal-pressure hydrocephalus.", Wallenstein MB, McKhann GM, Neurosurgery. 2010 Jul;67(1):155-9; 

Στένωση του υδραγωγού του Sylvius.

Ο υδραγωγός του Sylvius αποτελεί ένα στενό και βραχύ ανατομικό σωλήνα ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στην πορεία του εντός του Μεσεγκέφαλου, από την τρίτη κοιλία προς την τέταρτη. Παθολογικές καταστάσεις του ίδιου του υδραγωγού και της περιυδραγωγικής περιοχής παρακωλύουν την φυσιολογική κυκλοφορία του ΕΝΥ και αναπτύσσουν το φάσμα της κλινικής εικόνας του υδροκεφάλου. H συγγενής στένωση οφείλεται στην ανάπτυξη μεμβρανών που αποκλείουν τον υδραγωγό και έχει μια εκτιμώμενη επίπτωση περίπου 1: 5000 γεννήσεις, αν και το εύρος ποικίλλει σημαντικά (3,7: 1.000.000 έως 1: 2000). Σπάνια μπορεί να κληρονομείται με φυλοσύνδετο υπολειπόμενο τρόπο (σύνδρομο Bickers-Adams-Edwards). Στους ενήλικες, ως επίκτητη ανωμαλία, όπως έχει διάφορες αιτιολογίες και ως εκ τούτου διαφορετικά δημογραφικά στοιχεία που σχετίζονται με αυτά. Τα κυριότερα επίκτητα αίτια στένωσης του υδραγωγού, είναι η έξωθεν πίεση  όπως πχ. από όγκους της περιοχής όγκους του τετράδυμου, της επίφυσης, του οπίσθιου βόθρου, περιοχικές αγγειακές δυσπλασίες, αλλά και εγγενή αίτια όπως οι λοίμωξεις (μηνιγγίτιδα/λοίμωξη των κοιλιών του εγκεφάλου), και η υπαραχνοειδής και ενδοκοιλιακή αιμορραγία. Η έναρξη των συμπτωμάτων που οφείλονται σε στένωση του υδραγωγού ποικίλλει ανάλογα με τη συγκεκριμένη αιτία και το είδος της απόφραξης. Ωστόσο, γενικά τα συμπτώματα είναι εκείνα που είναι τυπικά για τον αποφρακτικό υδροκέφαλο οποιαδήποτε αιτίας, όπως πονοκέφαλος, ναυτία και / ή έμετος και τελικά πτώση του επιπέδου της συνείδησης που οδηγεί σε κώμα και θάνατο, αν δεν αντιμετωπιστεί η υδροκεφαλία. Μερικοί ασθενείς μπορεί επίσης να εμφανίσουν οπτικά συμπτώματα όπως διάσπαση βλέμματος ή επιδείνωση της οπτικής οξύτητας λόγω χρονιότητας  του υδροκεφάλου. Αυτά τα συμπτώματα της υδροκεφαλίας και της αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης  μπορούν να συνοδεύονται από άλλα νευρολογικά συμπτώματα, εάν η αιτία της απόφραξης είναι ένας όγκος που επηρεάζει κι άλλα μέρη του νευρικού συστήματος.
Η θεραπεία της στένωσης του υδραγωγού ποικίλει από ασθενή σε ασθενή, ανάλογα με πολλούς παράγοντες. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, η θεραπεία της υδροκεφαλίας σε αυτούς τους ασθενείς είναι η ίδια όπως και για οποιαδήποτε αιτία από αποφρακτική υδροκεφαλία. Για συμπτωματικούς ασθενείς, σε γενικές γραμμές, αυτό σημαίνει την εκτροπή της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού είτε μέσω της τοποθέτησης συστήματος εγκεφαλοπεριτοναϊκής παροχέτευσης  ή μέσω ενδοσκοπικής τρίτης κοιλιοστομίας. Μια εξαίρεση περιλαμβάνει ασθενείς με όγκο στον εγκέφαλο που προκαλεί απόφραξη του υδραγωγού. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να απαιτούν άλλη χειρουργική ή ιατρικές θεραπείες για τον όγκο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η χειρουργική αφαίρεση της μάζας θα ανακουφίσει την πίεση στο υδραγωγείο και μπορεί να αντιστρέψει τον υδροκέφαλο. Σε άλλες περιπτώσεις, παρά τη θεραπεία του όγκου ο υδροκέφαλος μπορεί να επιμείνει και να απαιτηθεί μία από τις ανωτέρω θεραπείες για τον υδροκέφαλο. Κάθε ασθενής με υδροκέφαλο λόγω στένωσης του υδραγωγού είναι διαφορετικός και ως εκ τούτου, κανένα σχέδιο θεραπείας δεν μπορεί να συστηθεί, χωρίς να ζυγιστούν προσεκτικά οι ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης. 

Θήλωμα χοριοειδούς πλέγματος.

Τα Θηλώματα των χοριοειδών πλεγμάτων είναι σπάνιοι, καλοήθεις, νευροεπιθηλιακοί ενδοκοιλιακοί όγκοι. Κατατάσσονται ως όγκοι βαθμού Ι κατά WHO, αν και υπάρχουν περιπτώσεις βαθμού ΙΙ.  Είναι, ευτυχώς, πολύ πιο συχνοί από ό,τι το πολύ πιο επιθετικό καρκίνωμα του χοριοειδούς πλέγματος (WHO βαθμού ΙΙΙ).
Οι όγκοι αυτοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 1% όλων των όγκων του εγκεφάλου, 2-6% όλων των παιδιατρικών όγκων του εγκεφάλου και 0,5% των όγκων του εγκεφάλου των ενηλίκων. Περίπου το 85% όλων των θηλωμάτων των χοριοειδών πλεγμάτων αφορούν παιδιά κάτω από την ηλικία των 5 ετών. Σε αντίθεση με τους περισσότερους άλλους όγκους του εγκεφάλου, οι οποίοι στα μεν παιδιά εντοπίζονται συχνότερα στον οπίσθιο βόθρο  και στους ενήλικες υπερσκηνιδιακά, ο κανόνας αυτός αντιστρέφεται για τα θηλώματα των χοριοειδών πλεγμάτων. Στους ενήλικες αυτοί οι όγκοι συχνότερα (70%) εμφανίζονται στην τέταρτη κοιλία. Στην παιδιατρική ηλικιακή ομάδα, οι πλάγιες κοιλίες είναι η πιο συχνή θέση εντόπισής τους. 
Η κυριότερή τους κλινική εκδήλωση είναι ο υδροκέφαλος- σε πάνω από το 80% των περιπτώσεων. Αν και ο ακριβής μηχανισμός παραμένει αβέβαιος, πιστεύεται ότι οφείλεται σε ένα συνδυασμό υπερπαραγωγής ΕΝΥ και μείωση της επαναρρόφησής του.
Η ολική εκτομή τους είναι η κύρια αντιμετώπισή τους και είναι συνήθως θεραπευτική στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. 

Σύνδρομο Σχισμοειδών Κοιλιών.


Slit Ventricle Syndrome.

Το σύνδρομο των Σχισμοειδών Κοιλιών του Εγκεφάλου (Slit Ventricle Syndrome) αποτελεί μια σπάνια επιπλοκή της κοιλιοπεριτοναϊκής παροχέτευσης του ΕΝΥ.
Ο όρος "σχισμοειδείς  κολίες" είναι περιγραφικός και αναφέρεται στην χαρακτηριστική μορφή που παίρνουν οι κοιλίες του εγκεφάλου στην αξονική (CT) ή στην μαγνητική τομογραφία (MRI), δίκην σχισμών. Σχισμοειδείς κοιλίες μπορεί να παρατηρηθούν σε περιπτώσεις αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης όπως πχ. στην Καλοήθη Ενδοκράνια Υπέρταση. Συνήθως όμως εμφανίζονται σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επέμβαση παροχέτευσης εγκεφαλονωτιαίου υγρού, και συνηθέστερα είναι ασυμπτωματικές. Όταν οι ασθενείς εμφανίζουν συμπτωματολογία, μόνο τότε μιλάμε για το σύνδρομο των Σχισμοειδών Κοιλιών του Εγκεφάλου (Slit Ventricle Syndrome).
Οι περισσότεροι ασθενείς με μικρές κοιλίες στην αξονική ή μαγνητική τομογραφία δεν έχουν το σύνδρομο. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι συμπτωματικοί.
Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, λήθαργο, με ή χωρίς ναυτία και έμετο. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι διαλείποντα. Ο πονοκέφαλος είναι τουλάχιστον στα αρχικά στάδια πονοκέφαλος θέσεως και οι πάσχοντες συχνά ανακουφίζονται όταν ξαπλώνουν. Οι ασθενείς μπορεί να είναι ασυμπτωματικοί για παρατεταμένες περιόδους.
Η αντιμετώπιση του συνδρόμου είναι γενικά δύσκολη και απαιτεί έναν νευροχειρουργό με εμπειρία στη διαχείριση των  ασθενών που πάσχουν από υδροκέφαλο: γενικά ισχύει ο κανόνας που θέλει τις επεμβάσεις υδροκεφάλου να θεωρούνται από τις πιο απλές στην νευροχειρουργική αλλά τις επιπλοκές τους από τις πιο δύσκολες.
Διάφορες επιλογές θεραπείας έχουν προταθεί, και περιλαμβάνουν:
- την παρακολούθηση που όμως αφορά τους ασυμπτωματικούς ασθενείς και μόνο.
- οι συμπτωματικοί ασθενείς θα χρειαστούν κάποιου είδους αναθεώρηση του συστήματος της παροχέτευσης του ΕΝΥ, που μπορεί να ποικίλει από μια απλή αλλαγή στον κοιλιακό καθετήρα ή στην βαλβίδα και αντικατάστασή της με επαναπρογραμματιζόμενη, την προσθήκη ενός μηχανισμού αντισιφονίου (SCD), την πλήρη αναθεώρηση της παροχέτευσης σε οσφοπεριτοναϊκή, την ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία (ETV) και τέλος την διαμόρφωση μιας ειδικής διακλάδωσης παροχέτευσης τόσο από τις κοιλίες όσο και από τις δεξαμενές του εγκεφάλου (με σκοπό να εξισωθεί η εσωτερική και η εξωτερική πίεση του εγκεφάλου, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα να προκληθεί το σύνδρομο και πάλι.) Αυτό το είδος της διακλάδωσης ονομάζεται κοιλιο-δεξαμενο-περιτοναϊκή παροχέτευση (ventriculocisternoperitoneal). Η αμφικροταφική αποσυμπιεστική κρανιοτομία εκτελείται πλέον σπάνια και σε ειδικές μόνο περιπτώσεις ασθενών που πάσχουν από ανθεκτικό σύνδρομο των Σχισμοειδών Κοιλιών του Εγκεφάλου, με αυξημένη ενδοκράνια πίεση.

Υδροκέφαλος.

Η λέξη υδροκέφαλος προέρχεται από τις λέξεις ύδωρ και κεφαλή. Είναι μια κατάσταση που προκαλείται λόγω της παρουσίας αυξημένης ποσότητας εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ). Πρώτος ο Ιπποκράτης ανέφερε τον όρο «υδροκέφαλο» στα νεογέννητα και βρέφη που παρουσίαζαν διόγκωση της κεφαλής. 
Υπό φυσιολογικές συνθήκες το ΕΝΥ παράγεται μέσα στις κοιλίες του εγκεφάλου (από τα χοριοειδή πλέγματα) και στη συνέχεια διοχετεύεται προς τη βάση του κρανίου και στον σπονδυλικό σωλήνα (όπου εμπεριέχεται ο νωτιαίος μυελός) και επιστρέφει προς την κορυφή του εγκεφάλου όπου στη συνέχεια αποχετεύεται στο φλεβικό σύστημα (δια μέσου του άνω οβελιαίου κόλπου). Το ΕΝΥ προστατεύει τον Εγκέφαλο και τον Νωτιαίο Μυελό, από την πρόσκρουσή τους στο εσωτερικό του κρανίου και της σπονδυλικής στήλης, τόσο κατά τις κινήσεις του σώματός μας, όσο και στα ατυχήματα. Επιπλέον, το εγκεφαλονωτιαίο υγρό ρυθμίζει τη μεταφορά ορισμένων θρεπτικών ουσιών προς το νευρικό σύστημα, ενώ παράλληλα «ξεπλένει» τα νευρικά κύτταρα από τα άχρηστα προϊόντα του μεταβολισμού τους.  Ταυτόχρονα παίζει κύριο ρόλο και στη ρύθμιση της ενδοκράνιας πίεσης. 
Ο φυσιολογικός εγκέφαλος παράγει περίπου μισό λίτρο εγκεφαλονωτιαίου υγρού σε 24 ώρες (20 ml/ώρα), ενώ η πίεση του υγρού κυμαίνεται από 0-18 cm H2O. Φυσιολογικά υπάρχει ισορροπία μεταξύ παραγωγής και απορρόφησης εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Όταν η ισορροπία αυτή διαταράσσεται είτε λόγω αυξημένης παραγωγής του υγρού, είτε λόγω μειωμένης απορρόφησης, είτε λόγω διαταραχής στη φυσιολογική του ροή, προκύπτει ο υδροκέφαλος.
Στον αποφρακτικό υδροκέφαλο, υπάρχει κάποιο εμπόδιο στην ομαλή κυκλοφορία και παροχέτευση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Μπορεί να οφείλεται σε μια στένωση (πχ στένωση του υδραγωγού του εγκεφάλου) ή σε πίεση των κοιλοτήτων που αθροίζουν το υγρό λόγω κάποιου όγκου ή άλλου αιτίου. Για να αντιμετωπιστεί πρέπει να λυθεί το κώλυμα (πχ να αφαιρεθεί ο όγκος), ή να βρεθεί μια εναλλακτική οδός αποχέτευσης του υγρού (τοποθέτηση βαλβίδας ή μια χειρουργική επέμβαση που γίνεται ενδοσκοπικά και ονομάζεται 3η κοιλιοστομία).
Στην περίπτωση του μη αποφρακτικού-επικοινωνούντα υδροκεφάλου δεν υπάρχει κάποιο κώλυμα στην κυκλοφορία του υγρού αλλά υπάρχει πρόβλημα στην απορρόφησή του από τα σημεία όπου το υγρό μεταπηδά στη φλεβική κυκλοφορία (στο αίμα). Η θεραπεία και πάλι είναι η τοποθέτηση βαλβίδας με στόχο να αποσυμπιεστεί ο εγκέφαλος και το υγρό να διοχετευτεί σε άλλες κοιλότητες του σώματος (πχ στην περιτοναϊκή κοιλότητα, ή και στην καρδιά του ασθενή).
Άλλη σημαντική ταξινόμηση του υδροκεφάλου είναι αναλόγως της αιτιολογίας του:
1. Πρωτοπαθής ή Ιδιοπαθής (αγνώστου αιτιολογίας). 
2. Δευτεροπαθής συνήθως από:
• αιμορραγία (υπαραχνοειδής ή ενδοεγκεφαλική),
• κάκωση,
• όγκους,
• χειρουργική επέμβαση,
• μηνιγγίτιδα
• στένωση αποχετευτικών αγωγών (υδραγωγού Sylvius), 
• υπερπαραγωγή ΕΝΥ (θήλωμα χοριοειδούς πλέγματος). 
3. Συγγενής ή παιδικός υδροκέφαλος (ανωμαλία διάπλασης στην εμβρυική ή νεογνο-βρεφική περίοδο).
Ο συγγενής υδροκέφαλος μπορεί να οφείλεται σε απόφραξη στην κυκλοφορία του εγκεφαλονωτιαίου υγρού ή σε κάποια αδυναμία επαναρρόφησης του. Η πίεση που προκαλείται από την αυξημένη ποσότητα του υγρού προκαλεί διάταση στις χαλαρά συνδεδεμένες ραφές του κρανίου των παιδιών (δηλαδή στα σημεία όπου ενώνονται μεταξύ τους τα οστά του εγκεφάλου) με αποτέλεσμα οι διαστάσεις του κεφαλιού του μικρού παιδιού ή του βρέφους να αυξάνονται. Μετά την ηλικία των 5 ετών, οι ραφές του κρανίου συγκλείονται σταθερά οπότε μετά την ηλικία αυτή δεν παρατηρείται ιδιαίτερα αξιόλογη αύξηση των διαστάσεων της κεφαλής. Ο συγγενής υδροκέφαλος μπορεί να προκύψει από διάφορες καταστάσεις όπως συγγενείς διαταραχές της ανάπτυξης του εγκεφάλου, εμβρυικές λοιμώξεις, κακώσεις κατά τη γέννηση, όγκους, λοιμώξεις και άλλα. 
Περίπτωση παιδιού με συγγενή υδροκεφαλία που απασχόλησε πρόσφατα τα Διεθνή Μέσα Ενημέρωσης.
Επίσης, αναλόγως με την εξέλιξη του ο υδροκέφαλος υποδιαιρείται σε οξύ ή χρόνιο. Και αυτή η διαίρεση του υδροκεφάλου είναι εξίσου σημαντική όχι μόνο γιατί υποδηλώνει το χρονικό διάστημα ανάπτυξης του υδροκεφάλου αλλά και γιατί εκφράζει και μια διαφορετική παθοφυσιολογική συμπτωματολογία. Στις περιπτώσεις που η ανάπτυξη του υδροκεφάλου είναι οξεία ή υποξεία (εξελίσσεται δηλαδή σε ώρες, μέρες ή λίγες εβδομάδες) ο/η πάσχων/ουσα παρουσιάζει συμπτώματα αυξημένης ενδοκράνιας υπέρτασης: επίμονο πονοκέφαλο, εμέτους, μείωση της όρασης και οίδημα οπτικών θηλών, αστάθεια στη στάση-βάδιση, σύγχυση, υπνηλία-βυθιότητα ή και κώμα. 
Αντιθέτως, σε χρόνια συσσώρευση το πλεόνασμα του υγρού απορροφάται τελικά από τον ίδιο τον εγκέφαλο διαταράσσοντας όμως την νευρωνική του λειτουργία και προκαλώντας μια κλινική εικόνα που θυμίζει την γεροντική άνοια: Ο χρόνιος υδροκέφαλος χαρακτηρίζεται από την τυπική κλινική τριάδα: αστάθεια βάδισης, διαταραχή μνήμης και συμπεριφοράς και ακράτεια ούρων. Ο ασθενής σε αυτήν την περίπτωση δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο ζωής όπως στην περίπτωση του οξέως υδροκεφάλου αλλά σταδιακής επιδείνωσης των νευρολογικών λειτουργιών του. Η διάγνωση του οξέως υδροκεφάλου πραγματοποιείται πολύ πιο εύκολα μέσω αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας. Στην τελευταία λόγω της υψηλότερης ανάλυσης και λεπτομερούς απεικόνισης διαπιστώνεται συνήθως και το αν υπάρχει υποκείμενη παθογένεια. Στο χρόνιο υδροκέφαλο και ειδικά όταν είναι φυσιολογικής πίεσης πραγματοποιείται δοκιμαστική οσφυονωτιαία παρακέντηση και παροχέτευση μιας ικανής ποσότητας ΕΝΥ με σκοπό τον έλεγχο της παρουσίας νευρολογικής βελτίωσης. Αν μετά την εκκενωτική παρακέντηση η συμπτωματολογία του ασθενούς βελτιωθεί, τότε τόσο η διάγνωση όσο και η αναγκαιότητα χειρουργικής αντιμετώπισης του υδροκεφάλου  επιβεβαιώνονται.