Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΤΕΟΕΙΔΕΣ ΟΣΤΕΩΜΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΤΕΟΕΙΔΕΣ ΟΣΤΕΩΜΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οστεοειδές οστέωμα σπονδύλου.

 


Το οστεοειδές οστέωμα της σπονδυλικής στήλης είναι ένας καλοήθης (μη καρκινικός) όγκος των οστών, ο οποίος εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες (ηλικίες 10-25 ετών). Αν και αποτελεί το 10% όλων των περιπτώσεων οστεοειδούς οστεώματος στο σώμα, η εντόπισή του στη σπονδυλική στήλη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω της γειτνίασης με νευρικές δομές.

Κύρια Χαρακτηριστικά & Ανατομία.

Μικρό Μέγεθος: Η διάμετρος του όγκου είναι σχεδόν πάντα μικρότερη από 1,5 έως 2 εκατοστά.

Εντόπιση: Στο 75% με 90% των περιπτώσεων αναπτύσσεται στα οπίσθια στοιχεία του σπονδύλου (τόξο, ακανθώδης ή εγκάρσια απόφυση, αρθρικές αποφύσεις) και σπάνια στο σπονδυλικό σώμα.

Κατανομή: Εμφανίζεται συχνότερα στην οσφυϊκή μοίρα (~59%), ακολουθεί η αυχενική μοίρα (~27%), η θωρακική μοίρα ( ~12%) και το ιερό οστό (~2%).

Κλινική Εικόνα (Συμπτώματα).

Νυχτερινός Πόνος: Το κύριο σύμπτωμα είναι ο έντονος, εντοπισμένος πόνος που επιδεινώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Ανακούφιση με ΜΣΑΦ: Ο πόνος υποχωρεί χαρακτηριστικά με τη λήψη ασπιρίνης ή άλλων Μη Στεροειδών Αντιφλεγμονωδών Φαρμάκων (ΜΣΑΦ), λόγω της υψηλής παραγωγής προσταγλανδινών από τον όγκο.

Επώδυνη Σκολίωση: Στο 70% των εφήβων, ο όγκος προκαλεί έντονο μυϊκό σπασμό στους παρασπονδυλικούς μύες. Αυτό οδηγεί σε προστατευτική (ανταλγική) σκολίωση, με τον όγκο να βρίσκεται πάντα στην κοίλη πλευρά του κυρτώματος.

Διάγνωση.

Αξονική Τομογραφία (CT): Αποτελεί τη μέθοδο εκλογής (gold standard). Απεικονίζει καθαρά την «φωλέα» (nidus) – τον μικρό, διαυγή πυρήνα του όγκου – ο οποίος περιβάλλεται από μια ζώνη πυκνού, σκληρυντικού οστού.

Μαγνητική Τομογραφία (MRI): Δείχνει έντονο οστικό οίδημα και φλεγμονή στους γύρω ιστούς, αλλά μερικές φορές η φλεγμονή αυτή «κρύβει» τον μικροσκοπικό πυρήνα, δυσκολεύοντας την αρχική διάγνωση.

Απλές Ακτινογραφίες: Συχνά είναι αρνητικές ή ασαφείς στα αρχικά στάδια λόγω της πολύπλοκης ανατομίας των σπονδύλων.

Θεραπευτικές Επιλογές.

Συντηρητική Αντιμετώπιση: Σε περιπτώσεις χωρίς νευρολογικά συμπτώματα ή παραμορφώσεις, χορηγούνται ΜΣΑΦ για τον έλεγχο του πόνου, καθώς ο όγκος τείνει να αυτοπεριορίζεται και να υποχωρεί φυσικά μετά από μερικά χρόνια.

Χειρουργική Αφαίρεση: Προτιμάται όταν ο όγκος βρίσκεται πολύ κοντά σε νεύρα, στον νωτιαίο μυελό ή στη σπονδυλική αρτηρία. Η πλήρης αφαίρεση προσφέρει άμεση ανακούφιση από τον πόνο και διορθώνει τη σκολίωση, αρκεί η επέμβαση να γίνει πριν η παραμόρφωση γίνει μόνιμη (δύσκαμπτη).

Θερμική Κατάλυση με Ραδιοσυχνότητες (RFA): Αν και είναι η κύρια μέθοδος για άλλα οστά, στη σπονδυλική στήλη εφαρμόζεται με εξαιρετική προσοχή. Επιλέγεται μόνο αν υπάρχει ασφαλής απόσταση ασφαλείας μεταξύ του όγκου και των ευαίσθητων νευρικών δομών για την αποφυγή θερμικής βλάβης.

Οστεοειδές οστέωμα μετωπιαίου κόλπου.

To οστεοειδές οστέωμα των παραρρινίων κόλπων είναι μια συνηθισμένη καλοήθης νεοπλασία, που ανευρίσκεται συνήθως τυχαία.
Τα οστεώματα βρίσκονται συνήθως ως τυχαίο εύρημα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε απεικόνιση των κόλπων, και μάλιστα εμφανίζονται σε ποσοστό έως και 3% των Αξονικών Τομογραφιών των παραρρινίων κόλπων. Πιο συχνά διαγιγνώσκονται σε άτομα μέσης ηλικίας (20-50 ετών) και υπάρχει μια προτίμηση στους άρρενες (M: F = 2:1).
Τα περισσότερα οστεώματα είναι συνήθως ασυμπτωματικά και ανευρίσκονται τυχαία κατά την απεικόνιση των κόλπων.
Μπορούν όμως να γίνουν συμπτωματικά με έναν από τους δύο τρόπους:
-άμεσα, ως αποτέλεσμα της αύξησης του μεγέθους τους.
-έμμεσα, λόγω παρεμπόδισης της φυσιολογικής παροχέτευσης κόλπων.
Τα οστεοειδή οστεώματα είναι δυνατόν να πονάνε ανεξάρτητα του μεγέθους τους και ο πιθανότερος μηχανισμός έκλυσης του πόνου θεωρείται η έκλυση προσταγλανδίνης Ε-2.
Μερικά οστεώματα είναι μεγάλα και εξωφυτικά. Μπορούν να είναι ψηλαφητά (όπως είναι όταν εντοπίζονται στον θόλο του κρανίου) ή να συμπιέσουν λειτουργικές δομές, όπως είναι ο οφθαλμικός κόγχος. Ένα οστέωμα μπορεί ακόμη αν και σπάνια να επεκταθεί προς το εγκέφαλο και να οδηγήσει σε διάβρωση της σκληράς μήνιγγας με αποτέλεσμα την εκροή ΕΝΥ, την ενδοκράνια συλλογή αέρα και την ενδοκρανιακή λοίμωξη (μηνιγγίτιδα, εγκεφαλικό απόστημα ).
Πιο συχνά όμως μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την κανονική αποστράγγιση ενός ή περισσότερων παραρρινίων κόλπων οδηγώντας έτσι σε οξεία ή χρόνια ιγμορίτιδα ή ακόμη και στον σχηματισμό βλεννοκήλης.
Τα Οστεώματα είναι συχνά σε διάφορα σημεία της κεφαλής, ιδιαίτερα στην κάτω γνάθο και στον κρανιακό θόλο. Υπάρχει μια συγκεκριμένη κατανομή συχνότητας εντός των παραρρινίων κόλπων:
-μετωπιαίους κόλπους: 80%
-ηθμοειδείς κόλπους: 15%
-ιγμόρειο: 5%
-σφηνοειδής κόλπος: ~2%
Η αιτιοπαθογενεία τους είναι άγνωστη, αλλά σύγχρονες θεωρίες προτείνουν και εμπλέκουν εμβρυογενετικούς, τραυματικούς ή και λοιμώδης μηχανισμούς. Οστεώματα βρίσκονται στο σύνδρομο του Gardner (Μορφή της οικογενούς πολυποδίασης, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πολλαπλών πολυπόδων στο παχύ έντερο, δεσμοειδείς όγκους (ινώδεις όγκους), οστεώματα κρανίου και σμηγματογόνες κύστεις). Περίπου το 30% των ασθενών με οστέωμα στους παραρρίνιους κόλπους έχουν και ιστορικό ρινοκολπίτιδας, αν και αιτιώδης συνάφεια δεν έχει τεκμηριωθεί παθογενετικά. Περίπου 10% των ασθενών με οστέωμα του θόλου του κρανίου, αναφέρουν και ιστορικό κάκωσης, αλλά και εδώ επίσης αιτιώδης συνάφεια δεν τεκμηριώνεται.
Σε ασυμπτωματικές περιπτώσεις συνιστάται η απλή παρακολουθήση. Όταν  όμως η συμπτωματολογία του ασθενούς αποδίδεται στην ύπαρξη του οστεώματος (πχ. υποτροπιάζουσες κολπίτιδες) η χειρουργική αντιμετώπιση έχει απόλυτη ένδειξη. 

Οστεοειδές οστέωμα κρανίου.

Το οστεοειδές οστέωμα είναι σχετικά συχνός καλοήθης επώδυνος οστεοπαραγωγός όγκος που κλασικά, προκαλεί νυχτερινό πόνο και που ανακουφίζεται με τη χρήση σαλικυλικών, π.χ. ασπιρίνη. Το οστεοειδές οστέωμα αποτελεί το 12.1% των καλοήθων όγκων και το 2.9% όλων των όγκων. Είναι ασυνήθιστο στους Μαύρους και παρατηρείται συχνότερα στους άρρενες, παρά στις θήλεις, σε αναλογία 2:1.
Το οστεοειδές οστέωμα αφορά συνήθως σε άτομα ηλικίας 5-56 ετών. Είναι ασυνήθιστο πριν από το 5ο έτος της ηλικίας ή σε ενήλικες ηλικίας >40 ετών, αν και έχει αναφερθεί σε ένα βρέφος ηλικίας 8 μηνών (Haberman E and Stern RE, 1974). Τα ¾ των ασθενών είναι ηλικίας 10-30 ετών και >90% των ασθενών, ηλικίας 5-25 ετών. Tα οστεοειδή οστεώματα μπορεί να είναι μονήρη ή πολυεστιακά, ενδαρθρικά ή εξω-αρθρικά. Παρατηρούνται συχνότερα (73%) στις μεταφύσεις ή διαφύσεις των μακρών οστών. Τυπικά, εντοπίζονται στα κάτω άκρα (50%) (κυρίως άνω πέρας μηριαίου, αυχένας και μείζονας τροχαντήρας, άνω πέρας κνήμης), στην σπονδυλική στήλη (πέταλα, ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις, ακανθώδεις αποφύσεις) (10-14%), χέρια (8%), πόδια (4%), πλευρές, κλείδες, στέρνο, κρανίο, αλλά και σε οποιοδήποτε οστούν. Σε μερικές περιπτώσεις είναι πολλαπλά και εντοπίζονται σε ένα ή περισσότερα οστά και σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζονται με κληρονομικότητα. 
Το πρωϊμότερο κλινικό σύμπτωμα του οστεοειδούς οστεώματος είναι ο επίμονος ή επεισοδιακός πόνος, βύθιος και διατιτραίνων, ποικίλης έντασης. Σπάνια, το οστεοειδές οστέωμα είναι ανώδυνο ή συνοδεύεται από άτυπα επώδυνα σύνδρομα. 
Ο πόνος έχει τους εξής χαρακτήρες:
*Επιδεινώνεται με τις δραστηριότητες και συχνά στη διάρκεια της νύχτας, ενώ υποχωρεί τις πρωινές ώρες.
*Εντοπίζεται τυπικά στην περιοχή της αλλοίωσης.
*Χαρακτηριστικά και κατά κανόνα υποχωρεί θεαματικά με μικρές δόσεις ασπιρίνης και λιγότερο με άλλα ΜΣΑΦ ή αναλγητικά.
*Μερικές φορές εκλύεται με την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών.
Ο απλός ακτινολογικός έλεγχος, τις περισσότερες φορές, αναγνωρίζει την βλάβη, με χαρακτηριστική εικόνα τη εμφάνιση σκληρυντικής εστίας με κεντρική παρουσία διαύγασης. Σε ποσοστό όμως που φθάνει και το 25%, είναι δυνατόν η ακτινολογική απεικόνιση να μην είναι χαρακτηριστική της παθολογίας, και απαιτείται περαιτέρω έλεγχος. Το σπινθηρογράφημα των οστών που χρησιμοποιήθηκε πολύ στο παρελθόν, δεν έχει ιδιαίτερη διαγνωστική αξία καθώς είναι θετικό σε πολλές παθολογίες. Η αξονική τομογραφία δίδει σαφώς περισσότερες πληροφορίες, όμως τη διάγνωση τεκμηριώνει σχεδόν πλήρως η μαγνητική τομογραφία αιματώσεως (Perfusion  MRI), όπου αναδεικνύεται η χαρακτηριστική καμπύλη αιματώσεως της οστικής αυτής εξεργασίας.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η σκλήρυνση είναι αντιδραστική και δεν αντιπροσωπεύει την ίδια την αλλοίωση. Η φωλιά του όγκου- «πυρήνας» (nidus) είναι συνήθως λιγότερο από 2 εκατοστά σε διάμετρο, και είναι τυπικά ωοειδής. Αποτελεί μικρή κεντρική, ωοειδή, εντοπισμένη ακτινοδιαυγαστική εστία διαμέτρου μερικών χιλιοστών, με ασβεστοποιημένη κεντρική πυκνωτική περιοχή περιβαλλόμενη από στεφάνη από πυκνό αντιδραστικό οστούν, επεκτεινόμενη προς όλες τις κατευθύνσεις σε πάχος αρκετών εκατοστών. Απεικονίζεται συνήθως 6-12 μήνες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων και είναι η ακτινολογική σφραγίδα του οστεοειδούς οστεώματος
Η  θεραπεία  του  οστεοειδούς  οστεώματος  είναι  η  αφαίρεσή  του. Η χειρουργική αφαίρεση πρέπει να είναι πλήρης, γιατί διαφορετικά η πιθανότητα υποτροπής είναι υψηλή. Καλό είναι διεγχειρητικά να ελέγχεται το αφαιρεθέν οστικό Τμήμα  ακτινολογικά, ή με αξονική τομογραφία για την  επιβεβαίωση της πλήρους αφαιρέσεως.