Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΦΥΣΗ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΦΥΣΗ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κύστη κωναρίου.

 


Οι κύστεις της επίφυσης είναι συχνές, συνήθως ασυμπτωματικές, και συνήθως βρίσκονται τυχαία. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι μικρές και έχουν ωοειδή μορφολογία, με ομοιογενές υγρό εντός και λεπτό, σχεδόν ανεπαίσθητο τοίχωμα. Σπάνια αλλάζουν σε μέγεθος και συνήθως δεν χρειάζονται περαιτέρω νευροχειρουργική παρακολούθηση. Όταν είναι μεγάλες ή έχουν πολύπλοκη μορφολογία, τότε η διάκρισή τους από κυστικούς όγκους της επίφυσης (π.χ. Πινεοκύττωμα) είναι δύσκολη και απαιτείται ενδελεχή διερεύνηση.
Η επίφυση είναι ένας αδένας που ανατομικά εντοπίζεται στο οπίσθιο άνω τοίχωμα της τρίτης κοιλίας, κάτω από το σπληνίο του μεσολοβίου και άνωθεν του τετραδύμου. Στην αρχαιότητα ονομάστηκε από τον Ηρώφιλο της Αλεξάνδρειας "κωνάριο" λόγω του κωνικού της σχήματος. Έχει μήκος περίπου 5-12 mm και πλάτος 2,5-7 mm. Αιματώνεται από την έσω οπίσθια χοριοειδή αρτηρία και καλύπτεται από την φλέβα του Γαληνού και τις συνιστώσες της. Ιστολογικά ο αδένας του κωναρίου αποτελείται από επιφυσιοκύτταρα και αστροκύτταρα. Συνήθως ασβεστοποιείται έως την ηλικία των 16 ετών και συχνά εκφυλίζεται με δημιουργία κύστεων που περιέχουν ξανθοχρωμικό ή και σπάνια αιμορραγικό περιεχόμενο. 

Οι λειτουργίες του κωναρίου περιλαμβάνουν: 

1) Δρα ως φωτουποδοχέας και αλλάζει το χρώμα του δέρματος ανάλογα με την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία. 

2) Δέχεται φωτεινά ερεθίσματα μέσω πολυσυναπτικής οδού από τους αμφιβληστροειδείς καθώς και συμπαθητική νεύρωση από το άνω αυχενικό γάγγλιο ρυθμίζοντας έτσι την έκκριση της μελατονίνης (παράγωγο της σεροτονίνης). Ρυθμίζει μέσω της μελατονίνης τους κιρκάδιους ρυθμούς. 

3) Αναστέλλει μέσω του αντιγοναδικού παράγοντα/υποθαλαμουποφυσιαίου άξονα την παραγωγή γοναδοτροπινών και την ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων κατά την παιδική ηλικία. Και φαίνεται να παίζει ρόλο στην εμμηνόπαυση και την θυρεοειδική λειτουργία.

Γενικά οι όγκοι της επίφυσης είναι σπάνιοι και αντιστοιχούν στο 1% των ενδοκράνιων όγκων. Είναι συχνότεροι στα παιδιά και στους Ιάπωνες, παρουσιάζοντας μεγάλη ποικιλία διαφορετικών ιστολογικών τύπων. Οι κύστεις συνήθως αφορούν σε νεαρούς ενήλικες, με μέγιστη συχνότητα εμφάνισης την τρίτη έως τέταρτη δεκαετία της ζωής. Υπάρχει μια γυναικεία επικράτηση, αν και η ακριβής αναλογία ποικίλλει μεταξύ των μελετών. Ανιχνεύονται τυχαία στο 1,5-10,8% των μαγνητικών τομογραφιών του εγκεφάλου, ενώ μελέτες μαγνητικής τομογραφίας υψηλής ανάλυσης δείχνουν τον επιπολασμό έως και 23-37,5%.
Η συντριπτική πλειοψηφία των κύστεων είναι μικρές (<1 cm) και ασυμπτωματικές. Όταν είναι μεγαλύτερες, μπορούν να παρουσιάσουν χωροκατακτητική δράση συμπιέζοντας το τετράδυμο πέταλο, οδηγώντας σε σύνδρομο Parinaud. Εάν συμπιέζεται και ο Υδραγωγός, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αποφρακτικό υδροκέφαλο. Σπάνια, μια αιμορραγία σε μια κωναριακά κύστη μπορεί να προκαλέσει αιφνίδια διόγκωση και την λεγόμενη επιφυσιακή αποπληξία.
Οι κύστεις συνήθως περιέχουν πρωτεϊνικό υγρό με αποτέλεσμα, η εμφάνισή τους να μην ακολουθεί τις ακολουθίες ΕΝΥ στην νευροαπεικόνιση. Εσωτερική αιμορραγία μπορεί επίσης να είναι παρούσα. Όπως συμβαίνει με την υπόλοιπη επίφυση, τα τοιχώματα των κύστεων δεν έχουν καλά σχηματισμένο αιματοεγκεφαλικό φραγμό και ως εκ τούτου, μπορούν να ενισχυθούν έντονα με την αντίθεση με σκιαγραφικό.
Καθώς παρατηρούνται συχνότερα σε νεαρές γυναίκες, έχει προταθεί ότι οι ορμονικές αλλαγές παίζουν ρόλο στο σχηματισμό τους. Καθώς αυτές οι γυναίκες μεγαλώνουν, οι κύστεις αρχικά διευρύνονται και στη συνέχεια συρρικνώνονται. Στους άνδρες, τείνουν να παραμένουν σταθερές με την πάροδο του χρόνου.


Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν απαιτείται θεραπεία και στις περισσότερες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η κύστη είναι μικρή, δεν απαιτείται καν άμεση παρακολούθηση. Η πλειοψηφία των κύστεων (περίπου 75-95%) παραμένουν σταθερές με την πάροδο του χρόνου σε όλα τα δημογραφικά στοιχεία. Μόνο ένα μικρό ποσοστό (περίπου 5%) μπορεί να αυξηθεί σε μέγεθος, ιδιαίτερα σε νεότερους ασθενείς, ενώ περίπου το 4% μπορεί να συρικνωθεί. 
Το ACR (American College of Radiology) έχει δημοσιεύσει επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αντιμετώπιση μιας πρωτοανακαλυμμένης τυχαίας κύστης κωναρίου το 2025: είναι σημαντικό ότι αυτές ισχύουν μόνο για βλάβες που εντοπίζονται τυχαία. Εάν οι ασθενείς έχουν συμπτώματα που αποδίδονται σε αυτήν, τότε ενδείκνυται νευροχειρουργική διερεύνηση. Εάν μία κύστη που αποκαλύπτεται σε Αξονική έχει μέγεθος <10 mm ( είτε με χαρακτήρες απλής κύστης, είτε όχι), τότε δεν χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος με Μαγνητική ή παρακολούθηση. Εάν είναι απλή και μεγέθους <15 mm, τότε δεν χρειάζεται περαιτέρω απεικόνιση ή παρακολούθηση. Εάν είναι απλή και >15 mm, τότε χρειάζεται μαγνητική τομογραφία σε 6 μήνες. Εάν είναι δεν απλή και >10 mm, χρήζει νευροχειρουργική εκτίμηση. Εάν απεικονιστικά συμπιέζει τον υδραγωγό (ανεξάρτητα μεγέθους) και πάλι χρήζει νευροχειρουργικής εκτίμησης.  Μια κύστη που πρωτοεντοπίζεται σε στη μαγνητική τομογραφία: εάν είναι απλή και <15 mm, τότε δεν υπάρχει λόγος παρακολούθησης. Εάν είναι απλή και >15 mm ή μη απλή και <10 mm, χρήζει επανελέγχου σε 6-12 μήνες: αν είναι σταθερή σε μέγεθος, επανέλεγχος και πάλι στους 18-24 μήνες και εάν είναι σταθερή δεν χρήζει περαιτέρω απεικόνισης ή παρακολούθησης. Εάν αυξηθεί το μέγεθός της ή αλλάξει η εμφάνιση της είτε στην πρώτη ή τη δεύτερη απεικόνιση, τότε χρήζει στην νευροχειρουργικής εκτίμησης. Εάν δεν είναι απλή και >10 mm, τότε χρήζει νευροχειρουργικής εκτίμησης. Εάν έχει απεικονιστικά χωροκατακτητική δράση ανεξάρτητα μεγέθους τότε χρήζει νευροχειρουργικής εκτίμησης.  


 

Σε συμπτωματική κύστη κωναρίου αλλά και σε κύστη η οποία διαφοροποιείται απεικονιστικά ανάμεσα στους ελέγχους με Μαγνητική Τομογραφία εγκεφάλου τότε μπορεί να προταθεί η χειρουργική αντιμετώπιση με σκοπό την ανακούφιση των συμπτωμάτων αλλά και τη λήψη βιοψίας. Η αφαίρεση της κύστης κωναρίου μπορεί να γίνει είτε στερεοτακτικά είτε με την ενδοσκοπική τεχνική.



Επιφυσιοβλάστωμα ή κωναριοβλάστωμα.

'Ογκοι Κωναρίου.

Η επίφυση ή κωνάριο είναι ενδοκρινής αδένας του σώματος. Είναι η μόνη περιοχή του σώματος που διαθέτει φωτοευαίσθητα κύτταρα, τα οποία την καθιστούν φωτοευαίσθητο ενδοκρινή αδένα, δίνοντάς της προηγμένες ικανότητες. Έχει το μέγεθος περίπου ενός μπιζελιού και βρίσκεται τοποθετημένη ανάμεσα στα ημισφαίρια του εγκεφάλου, πίσω από την τρίτη κοιλία, πτυχωμένη σε μία αύλακα, η οποία δημιουργείται από την καμπυλότητα των δύο θαλαμικών σωμάτων. Οι λειτουργίες τις επίφυσης είναι πολύ σημαντικές ως προς την επιρροή που έχουν σε πολλά όργανα και αδένες του σώματος. Ο ενδοκρινής αυτός αδένας: 1) Παράγει την ορμόνη μελατονίνη. 2) Δημιουργεί το αίσθημα της νύστας με την έκκριση της παραπάνω ορμόνης. 3) Μετατρέπει τα σήματα του νευρικού συστήματος σε «ενδοκρινή σήματα» (δηλαδή ουσίες). Πιο αναλυτικά: Μετατρέπει την ορμόνη σεροτονίνη σε μελατονίνη κατ' αναλογία με την ποσότητα του φωτός που δέχονται τα φωτοευαίσθητα κύτταρά του. Ανάλογα με την έκκριση σεροτονίνης ή μελατονίνης και της ποσότητας τους, οι υπόλοιποι ενδοκρινείς αδένες λαμβάνουν χημικά σήματα που αφορούν τη λειτουργία τους. Έτσι η επίφυση ρυθμίζει τον κιρκάδιο ρυθμό και τον βιορυθμό, μέσω της έκκρισης αυτών των δύο ουσιών. Τα επιφυσιοκύτταρα αποτελούν το 95% των κυττάρων της επίφυσης και φέρουν κοινά στοιχεία με τους φωτοϋποδοχείς του Αμφιβληστροειδούς. Η διακοπή της νευρικής οδού από τον αμφιβληστροειδή στα επιφυσιοκύτταρα έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το σκότος, δηλαδή αυξάνει τη σύνθεση μελατονίνης.
Οι τύποι των όγκων που εμφανίζονται στην περιοχή της επίφυσης μπορεί ή δεν μπορεί να προέρχονται από τα επιφυσιοκύτταρα. Αληθινοί όγκων προερχόμενοι από τα κύτταρα της επίφυσης είναι το Επιφυσιοκύτωμα ή κωναριοκύττωμα, το Επιφυσιοβλάστωμα ή κωναριοβλάστωμα, οι Μικτοί Επιφυσιοκυτταρικοί όγκοι ή παρεγχυματικοί όγκοι κωναρίου ενδιάμεσης διαφοροποίησης και οι Θηλωματώδεις όγκοι του κωναρίου. Όγκοι που μπορεί να εμφανιστούν σε αυτή την περιοχή, αλλά δεν πρόρχονται από τα επιφυσιοκύτταρα είναι: το σεμίνωμα, το εμβρυϊκό καρκίνωμα, το χοριοκαρκίνωμα, το τεράτωμα, μεταστάσεις από καρκίνους εντοπιζόμενους αλλού στο σώμα, το μηνιγγίωμα, το αστροκύτωμα, το γαγγλιογλοίωμα, και δερμοειδείς κύστεις.
Υπάρχουν τέσσερις τύποι γνήσιων όγκων της επίφυσης:
Kωναριοκύττωμα: βραδείας ανάπτυξης, όγκος βαθμού I κατά το βαθμολογικό σύστημα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας-WHO grade.
Κωναριοβλάστωμα: πιο επιθετικός και κακοήθης όγκος, βαθμός IV κατά το βαθμολογικό σύστημα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. 
Μικτός Όγκος: περιέχει ένα συνδυασμό κυτταρικών τύπων.
Θηλωματώδης όγκος περιοχής κωναρίου: μία ενδιάμεση μορφή ανάμεσα στο κωναριοκύττωμα και το κωναριοβλάστωμα- WHO grade II/III
Τα συμπτώματα των όγκων της επίφυσης προκαλούνται συνήθως από απόφραξη της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και της προσβολής των νευρικών οδών της οφθαλμοκινητικότητας. Πονοκέφαλος, ναυτία/έμετος και διπλωπία είναι κοινά συμπτώματα στους όγκους της επίφυσης. Όπως συμβαίνει με όλες τις μάζες της περιοχής, η κλινική παρουσίαση είναι κυρίως από αποφρακτικό υδροκέφαλο δευτερογενώς λόγω συμπίεσης της καλύπτρας του μεσεγκεφάλου και απόφραξης του υδραγωγού. Η συμπίεση των Άνω Διδύμιων μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μια χαρακτηριστική παράλυση του βλέμματος, γνωστή ως σύνδρομο Parinaud.
Οι όγκοι της επίφυσης περιοχή αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% του συνόλου των πρωτογενών όγκων του εγκεφάλου. Ωστόσο, 3% έως 8% των όγκων του εγκεφάλου της παιδικής ηλικίας αφορούν αυτήν την περιοχή. Συνήθως αφορούν σε νεαρούς ενήλικες μεταξύ 20 και 40 ετών. Περίπου το 10% έως 20% των όγκων, ιδιαίτερα τα Επιφυσιoβλαστώματα, μπορούν να εξαπλωθούν μέσω του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και να δώσουν μεταστάσεις. Αυτό  όμως συνήθως συμβαίνει αργά στην εξέλιξη των όγκων. 
Τα Κωναριοκυτώματα μπορεί να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία αλλά συνηθέστερα αφορούν σε ενήλικες (20-60 ετών). Σε αντίθεση με τα Γερμινώματα τα οποία έχουν μια ισχυρή προτίμηση για τους άρρενες, τα Κωναριοκυτώματα είναι συχνότερα στις γυναίκες (Μ:F 0.6:1). Τα Κωναριοκυτώματα είναι καλά διαφοροποιημένοι όγκοι, πιστεύεται ότι προέρχονται από τα επιφυσιοκύτταρα και θεωρούνται βαθμού Ι στην τρέχουσα ταξινόμηση κατά WHO των όγκων του ΚΝΣ.
Τα Κωναριοβλαστώματα  έχουν στενές ομοιότητες (τόσο στην απεικόνιση όσο και στην ιστολογία) με τα μυελοβλαστώματα και τα ρετινοβλαστώματα. Είναι οι πιο επιθετικοί και υψηλότερης κακοήθειας μεταξύ των παρεγχυματικών όγκων της επίφυσης, και θεωρούνται βαθμού IV κατά WHO.  Αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό των όγκων (24-50%) της επίφυσης. Τυπικά αφορούν σε νεαρά παιδιά, με μια ελαφρά προτίμηση στα θήλεα (Μ:F 0.7:1). Υπάρχει μια καλά εδραιωμένη σχέση με το κληρονομικό ρετινοβλάστωμα. Οι ασθενείς με κληρονομικό ρετινοβλάστωμα σε ποσοστό περίπου 5% αναπτύσσουν νευροβλαστικούς όγκους μέσης γραμμής (υπερεφιππιακά ή στην επίφυση). 
Οι Όγκοι της επίφυσης με ενδιάμεση διαφοροποίηση είναι, όπως υποδηλώνει το όνομά τους, όγκοι οι οποίοι εμπίπτουν μεταξύ του Επιφυσιοκυτώματος και Επιφυσιοβλαστώματος και θεωρούνταιβαθμού ΙΙ / ΙΙΙ  κατά WHO. Συναντώνται σε όλες τις ηλικίες, αλλά κυρίως σε ενήλικες της μέσης ηλικίας (20-70 ετών) με ελαφρά θηλυκή προτίμηση, παρόμοια με εκείνη του Επιφυσιοκυτώματος.  Η ακτινολογική τους εμφάνιση και η βιολογική συμπεριφορά είναι επίσης ενδιάμεση. Μπορούν να διηθήσουν παρακείμενες δομές και επίσης να εξαπλωθούν μέσω του ΕΝΥ.
Οι Θηλωματώδεις όγκοι της επίφυσης περιγράφηκαν σχετικά πρόσφατα, εμφανίζονται σε ένα ευρύ φάσμα ηλικιών, 1-70 ετών, με τις περισσότερες περιπτώσεις στη μέση ηλικία και αφορούν εξίσου και στα δύο φύλα.
Η θεραπεία είναι συνήθως ένας συνδυασμός χειρουργικής επέμβασης, χημειοθεραπείας και ακτινοβολίας. Τα Κωναριοκυτώματα αντιμετωπίζονται χειρουργικά και έχουν μια εξαιρετική πρόγνωση όταν επιτυγχάνεται μία πλήρης εκτομή, με την 5-ετή επιβίωση να φτάνει το 86%. Η ακτινοβολία ολόκληρου του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού συνιστάται σε ασθενείς με κωναριοβλάστωμα. Η χημειοθεραπεία μπορεί επίσης να έχει θέση, ιδίως αν ο όγκος έχει εξαπλωθεί.

Βιβλιογραφία:
1. "The anti-inflammatory effect of melatonin in SH-SY5Y neuroblastoma cells exposed to sublethal dose of hydrogen peroxide.", Nopparat C, Chantadul V, Permpoonputtana K, Govitrapong P, Mech Ageing Dev. 2017 Apr 10. 
2."Pineal cysts and other pineal region malignancies: determining factors predictive of hydrocephalus and malignancy.", Starke RM, Cappuzzo JM, Erickson NJ, Sherman JH, J Neurosurg. 2016 Oct 21:1-6. 
3."Pineal parenchymal tumor of intermediate differentiation.", Patil M, Karandikar M. Indian J Pathol Microbiol. 2015 Oct-Dec;58(4):540-2.
4."Pineal Region Masses in Pediatric Patients.", Tamrazi B, Nelson M, Blüml S. Neuroimaging Clin N Am. 2017 Feb;27(1):85-97. 
5."Pineal region tumors: a simplified management scheme.", Zaazoue MA, Goumnerova LC. Childs Nerv Syst. 2016 Nov;32(11):2041-2045.

Γερμίνωμα κωναρίου.

Τα ενδοκρανιακά Γερμινώματα, επίσης γνωστά και ως δυσβλαστώματα ή εξωγοναδικά σεμινώματα, είναι ένας τύπος όγκων γεννητικών κυττάρων, που κυρίως εμφανίζονται σε παιδιατρικούς πληθυσμούς. Πιστεύεται ότι προέρχονται από ένα λάθος της εμβρυοανάπτυξης, όταν ορισμένα αρχέγονα γεννητικά κύτταρα  αποτυγχάνουν να μεταναστεύσουν σωστά.  Έχουν την τάση να εντοπίζονται στη μέση γραμμή, κυρίως στην περιοχή της επίφυσης (κωνάριο) ή σπανιότερα στο έδαφος της τρίτης κοιλίας (υπερεφιππιακή εντόπιση). 
Τα Γερμινώματα είναι όγκοι των νεαρών ασθενών, με αιχμή εμφάνισης των 10-12 ετών (90% των ασθενών είναι ηλικίας μικρότερης 20 κατά τη στιγμή της διάγνωσης). Αντιπροσωπεύουν το 3-5% των παιδιατρικών ενδοκρανιακών όγκων, αλλά μόνο 0.4-1% των ενδοκρανιακών όγκων σε ενήλικες.
Είναι ο πιο κοινός  όγκος της επίφυσης καθώς αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% όλων των όγκων που εντοπίζονται στην περιοχή αυτή. Ως αναφορά την αναλογία των δύο φύλων είναι ενδιαφέρον η διαφορετική αναλογία σε σχέση με την εντόπισή τους. Στην επίφυση υπάρχει έντονη ανδρική υπεροχή, με αναλογία ανδρών-γυναικών 10:1, ενώ υπερεφιππιακά, είναι ελαφρώς πιο συχνά στις γυναίκες με αναλογία ανδρών-γυναικών 1:1.3. Συνολικά, λόγω του ότι η εντόπισή τους στην επίφυση είναι πιο κοινή,τα Γερμινώματα εμφανίζονται συχνότερα στους άντρες. 
Η κλινική τους παρουσίαση εξαρτάται από την εντόπισή τους: στην επίφυση εκδηλώνονται με αποφρακτικό υδροκέφαλο και σύνδρομο Parinaud, ενώ υπερεφιππιακά εκδηλώνονται με άποιο διαβήτη  (το πιο συνηθισμένο), υπολειτουργία της υπόφυσης, συμπίεση οπτικού χιάσματος ή σημάδια ενδοκρανιακής υπέρτασης.
Ο στυλοβάτης της θεραπείας παραμένει η ακτινοθεραπεία η οποία προσφέρει μακροπρόθεσμη θεραπεία σε ποσοστό 79-90%. Συνολικά, η πρόγνωση είναι καλή, με επιβίωση πάνω από 90% στην πενταετία υπό χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία.

Κύστη Κωναρίου.

Οι Κύστεις της Επίφυσης (Κωναρίου) είναι κοινές, συνήθως ασυμπτωματικές, και ανακαλύπτονται συνήθως τυχαία. Η σημασία τους είναι κυρίως στο γεγονός ότι δεν μπορούν να διακριθούν από κυστικούς όγκους της περιοχής, ιδιαίτερα όταν είναι μεγάλες ή όταν άτυπα χαρακτηριστικά είναι παρόντα. 
Οι κύστεις του Κωναρίου βρίσκονται συνήθως σε νεαρούς ενήλικες (ηλικίας 20-30 ετών) με μια προτίμηση για τις γυναίκες (3:1 σε αναλογία θηλυκών:αρσενικών ασθενών). Εμφανίζονται ως τυχαίο εύρημα στο ~ 5% των μαγνητικών τομογραφιών εγκεφάλου και στο 20-40% αυτοψιών. 
Η συντριπτική των πλειοψηφία  είναι μικρές (≤1 cm) και ασυμπτωματικές. Όταν είναι μεγαλύτερες μπορούν να συμπιέσουν τα Άνω Διδύμια και να προκαλέσουν σύνδρομο Parinaud. Εάν συμπιέσουν τον Υδραγωγό, μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε αποφρακτικό υδροκέφαλο. Σπάνια, αιμορραγία σε μια κύστη μπορεί να προκαλέσει νέκρωση της Επίφυσης (αποπληξία Κωναρίου). Δεδομένου ότι πιο συχνά εμφανίζονται σε νεαρές γυναίκες, έχει προταθεί ότι οι ορμονικές αλλαγές παίζουν ρόλο στο σχηματισμό τους. Καθώς οι γυναίκες γερνούν η κύστη αρχικά διευρύνεται και στη συνέχεια συρρικνώνεται. Στους άνδρες, τείνουν να παραμένουν σταθερές  με την πάροδο του χρόνου.
Σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις, δεν χρειάζονται θεραπευτική αντιμετώπιση, και στις περισσότερες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση η κύστη είναι μικρή, δεν απαιτείται παρακολούθηση με νευροαπεικόνιση. 
Σε μια μελέτη 32 ασθενών με κύστη Κωναρίου, σε χρονικό διάστημα 6 μηνών έως 9 ετών, βρέθηκε διεύρυνση της κύστης σε μόνο 3 ασθενείς, στο 75% των ασθενών η κύστη παράμεινε η ίδια, και στους υπόλοιπους συρρικνώθηκε. Όταν οι κύστεις είναι πάνω από 10-12 mm σε διάμετρο η παρακολούθηση είναι συνήθως απαραίτητη καθώς παρόμοια εικόνα μπορεί να έχει και το επιφυσίωμα/πινεοκύτωμα. 
Επιπλέον, υπάρχουν πολλά άλλα νεοπλάσματα που μπορεί να εντοπίζονται στην  περιοχή της επίφυση, όπως είναι οι όγκοι των γεννητικών κυττάρων (σεμίνωμα, εμβρυϊκό καρκίνωμα, χοριοκαρκίνωμα, τεράτωμα, πινεοκύτωμα, πινεοβλάστωμα, και μεταστάσεις). Οι όγκοι αυτοί μπορεί να έχουν κυστική μορφολογία, και πολλοί είναι εξαιρετικά κακοήθεις, καθιστώντας έτσι την παρακολούθηση μιας μεγάλης ή άτυπης κύστης απαραίτητη.