Κάταγμα Αυχενικού Σπονδύλου: Ταξινόμηση, Συμπτώματα και Θεραπευτική Αντιμετώπιση.



Η αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης (ΑΜΣΣ) αποτελείται από 7 σπονδύλους (Α1-Α7) και είναι η πιο εύκαμπτη, η πιο κινητή αλλά και η πιο ευάλωτη περιοχή σε τραυματισμούς. Τα κατάγματα της αυχενικής μοίρας αποτελούν επείγοντα ιατρικά περιστατικά, καθώς ενέχουν τον κίνδυνο σοβαρής νευρολογικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της τετραπληγίας. 
1. Ανατομική Ταξινόμηση των Καταγμάτων.
Η προσέγγιση και η σοβαρότητα του κατάγματος εξαρτώνται άμεσα από το επίπεδο της βλάβης: 
Ανώτερη Αυχενική Μοίρα (Α1 - Α2):

Κάταγμα Άτλαντα (Α1): Συχνά προκύπτει από αξονική συμπίεση (π.χ. βουτιά σε ρηχά νερά) και ονομάζεται κάταγμα Jefferson.

Κάταγμα Επιστροφέα (Α2): Περιλαμβάνει το κάταγμα του οδόντα (odontoid fracture) και το κάταγμα του απαγχονισμού (Hangman's fracture), τα οποία επηρεάζουν σημαντικά τη σταθερότητα της κεφαλής. 

Κατώτερη Αυχενική Μοίρα (Α3 - Α7):

Εδώ εντοπίζεται η πλειοψηφία των καταγμάτων (~55%).

Περιλαμβάνει εκρηκτικά κατάγματα (burst), σφηνοειδή συμπιεστικά κατάγματα και κατάγματα-εξαρθρήματα που προκαλούνται από βίαιη κάμψη ή έκταση του αυχένα. 

2. Κύρια Αίτια.
Τα κατάγματα αυτά οφείλονται κυρίως σε μηχανικές δυνάμεις υψηλής ενέργειας: 
Τροχαία ατυχήματα: Η πιο συχνή αιτία παγκοσμίως.

Πτώσεις από ύψος: Ιδιαίτερα συχνές σε ηλικιωμένους ασθενείς με προϋπάρχουσα οστεοπόρωση ή σπονδυλοαρθρίτιδα.

Αθλητικές κακώσεις: Καταδύσεις, ιππασία ή αθλήματα επαφής. 

3. Κλινική Εικόνα & Συμπτώματα.
Ένας ασθενής με κάταγμα αυχένα μπορεί να παρουσιάσει ποικίλα συμπτώματα: 
Τοπικά: Έντονος, οξύς πόνος στον αυχένα, μυϊκός σπασμός, υπαισθησία και πλήρης αδυναμία στροφής της κεφαλής.

Νευρολογικά (εφόσον πιέζεται ο νωτιαίος μυελός ή οι ρίζες των νεύρων): Μούδιασμα, μυρμήγκιασμα, μυϊκή αδυναμία στα χέρια ή/και στα πόδια, απώλεια αντανακλαστικών ή αναπνευστική δυσχέρεια (σε κατάγματα υψηλού επιπέδου Α1-Α3). 

4. Διάγνωση.
Η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη για την αποτροπή δευτερογενών βλαβών. 
Αξονική Τομογραφία (CT): Αποτελεί το χρυσό κανόνα (gold standard) για την πλήρη απεικόνιση των οστικών καταγμάτων.

Μαγνητική Τομογραφία (MRI): Απαραίτητη για τον έλεγχο των μαλακών μορίων, των μεσοσπονδύλιων δίσκων, των συνδέσμων και της ακεραιότητας του νωτιαίου μυελού. 

5. Θεραπευτική Αντιμετώπιση.
Η επιλογή της θεραπείας βασίζεται στη σταθερότητα του κατάγματος και τη νευρολογική κατάσταση του ασθενούς. 
Α. Συντηρητική Θεραπεία (Σταθερά Κατάγματα).
Όταν δεν υπάρχει μετατόπιση οστών ή νευρολογική σημειολογία, εφαρμόζεται εξωτερική ακινητοποίηση: 

-Σκληρό αυχενικό κολάρο (τύπου Philadelphia/Miami J): Για διάστημα 6 έως 12 εβδομάδων.

-Συσκευή Halo-Vest: Ένας ειδικός σκελετός που βιδώνεται στο κρανίο και στηρίζεται στους ώμους, προσφέροντας την απόλυτη ακινητοποίηση της ανώτερης αυχενικής μοίρας χωρίς χειρουργείο. 

Β. Χειρουργική Θεραπεία (Ασταθή Κατάγματα).
Ενδείκνυται όταν το κάταγμα απειλεί τη σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης ή προκαλεί πίεση στον νωτιαίο μυελό.  

-Αποσυμπίεση: Αφαίρεση οστικών τεμαχίων ή δίσκου που πιέζουν το νευρικό ιστό.
-Σπονδυλοδεσία (Πρόσθια ή Οπίσθια): Σταθεροποίηση των σπονδύλων με τη χρήση ειδικών πλακών, βιδών και ράβδων τιτανίου, ώστε να επιτευχθεί μόνιμη οστική ένωση. 


Ταξινόμηση και βαθμολογία σοβαρότητας θωρακοοσφυϊκών τραυματισμών.

Η Ταξινόμηση και Βαθμολογία Σοβαρότητας Θωρακοοσφυϊκών Τραυματισμών (TLICS - Thoracolumbar Injury Classification and Severity Score) είναι ένα σύστημα που βοηθά τους χειρουργούς να αξιολογήσουν το κάταγμα της σπονδυλικής στήλης και να επιλέξουν την κατάλληλη θεραπεία (συντηρητική ή χειρουργική). 


 

Το σύστημα TLICS βασίζεται στο άθροισμα των βαθμών από τρεις βασικές κατηγορίες:

1. Μορφολογία του Κατάγματος (Injury Morphology)

Συμπιεστικό (Compression):1 βαθμός

Εκρηκτικό (Burst):2 βαθμοί

Μετατόπιση / Εξάρθρημα (Translation / Rotation):3 βαθμοί

Διάταση (Distraction): 4 βαθμοί

2. Ακεραιότητα του Οπίσθιου Συνδεσμικού Συμπλέγματος (PLC)

Ακέραιο (Intact): 0 βαθμοί

Ύποπτο / Ασαφές (Indeterminate): 1 βαθμός

Κατεστραμμένο / Σε ρήξη (Disrupted): 3 βαθμοί

3. Νευρολογική Εικόνα του Ασθενούς (Neurological Status)

Άθικτη (Intact): 0 βαθμοί

Βλάβη νευρικής ρίζας (Root injury): 2 βαθμοί

Πλήρης βλάβη νωτιαίου μυελού (Complete spinal cord injury): 2 βαθμοί

Ατελής βλάβη νωτιαίου μυελού (Incomplete spinal cord injury): 3 βαθμοί

(Ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι μια ατελής βλάβη του νωτιαίου μυελού πιθανότατα θα ωφεληθεί από τη χειρουργική επέμβαση περισσότερο από έναν πλήρη τραυματισμό και για αυτό βαθμολογείται υψηλότερα)

Σύνδρομο ίππουρουδος (Cauda equina syndrome): 3 βαθμοί

Συνολική Βαθμολογία & Θεραπευτικός Αλγόριθμος

Συνολικό Σκορ (TLICS) 0 έως 3 βαθμοί: Συντηρητική θεραπεία (π.χ. κηδεμόνας, παρακολούθηση)

Συνολικό Σκορ (TLICS) 4 βαθμοί: Οριακό περιστατικό (χειρουργική ή συντηρητική επιλογή κατά την κρίση του ιατρού)

Συνολικό Σκορ (TLICS) 5 ή περισσότεροι βαθμοί: Χειρουργική αντιμετώπιση (σταθεροποίηση/αποσυμπίεση)

Μηνιγγίωμα θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης.

Ασβεστοποιημένο κεφαλαιμάτωμα.

Μυελοβλάστωμα.



To μυελοβλάστωμα (Medulloblastoma, WHO grade IV) είναι ένας ταχέως αναπτυσσόμενος, κακοήθης όγκος του κεντρικού νευρικού συστήματος που ξεκινά από την παρεγκεφαλίδα. Αποτελεί τον πιο συχνό κακοήθη εγκεφαλικό όγκο της παιδικής ηλικίας, αν και μπορεί σπανιότερα να εμφανιστεί και σε ενήλικες. Το μυελοβλάστωμα προκύπτει από παρεκκλίνοντα βλαστικά κύτταρα της παρεγκεφαλίδας που έχουν εμποδιστεί να διαφοροποιηθούν στους φυσιολογικούς κυτταρικούς τους τύπους. Όταν αυτά τα εμβρυϊκά κύτταρα υφίστανται γενετικές μεταλλάξεις, η φυσιολογική τους ωρίμανση σταματά. Αντί να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Αυτή η αναστολή της ανάπτυξης εξηγεί την παρουσία πρωτόγονων κυττάρων και τις χαρακτηριστικές δομές (όπως οι ψευδοροζέτες Homer Wright) που εντοπίζονται στις βιοψίες. Παρόλο που το μυελοβλάστωμα δεν είναι κληρονομικό, κάποια σύνδρομα όπως το σύνδρομο Gorlin ή το σύνδρομο Turcot μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξής του. Λόγω της κακοήθους φύσης του ως βαθμού IV κατάWHO , απαιτεί άμεση και επιθετική ιατρική αντιμετώπιση.

Μοριακές Υποομάδες (Molecular Subgroups).

Η σύγχρονη ιατρική δεν αντιμετωπίζει το μυελοβλάστωμα ως μία ενιαία νόσο.  Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), ταξινομείται σε 4 κύριες γενετικές υποομάδες που καθορίζουν την πρόγνωση και τη θεραπεία:

Group 1: χαρακτηρίζεται από την παθολογική ενεργοποίηση του μονοπατιού σηματοδότησης  WNT/β-catenin. Αυτό το βιολογικό μονοπάτι είναι απαραίτητο για την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τη διατήρηση των βλαστοκυττάρων και την ομοιόσταση των ιστών. Ωστόσο, η παθολογική του ενεργοποίηση (συνήθως λόγω γενετικών μεταλλάξεων) αποτελεί βασικό μοχλό για την ανάπτυξη συγκεκριμένων μορφών καρκίνου και όγκων. Είναι η  πιο σπάνια υποομάδα των μυελοβλαστωμάτων αλλά με την καλύτερη πρόγνωση, παρουσιάζοντας ποσοστά ίασης που συχνά ξεπερνούν το 90%.

Group 2: χαρακτηρίζεται από την παθολογική ενεργοποίηση του μονοπατιού σηματοδότησης Sonic Hedgehog (SHH). Αντιπροσωπεύει περίπου το 25% με 30% όλων των περιπτώσεων μυελοβλαστώματος Εμφανίζει ενδιάμεση πρόγνωση και παρουσιάζει διπλή ηλικιακή αιχμή (σε βρέφη κάτω των 4 ετών και σε ενήλικες). Είναι ο πιο συχνός υπότυπος σε άτομα άνω των 16 ετών (έως και 70% των ενήλικων μυελοβλαστωμάτων). Είναι σημαντικά  ο λιγότερο συχνός σε παιδιά ηλικίας μεταξύ 4 και 16 ετών.

Group 3: χαρακτηρίζεται από την ενίσχυση (amplification) του ογκογονιδίου MYC. Αυτό το γονίδιο προκαλεί ταχύτατο πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων. Εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά, έχει υψηλό ποσοστό μεταστάσεων κατά τη διάγνωση και θεωρείται η πιο επιθετική υποομάδα. Παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό πρώιμης μετάστασης (περίπου 40-45%) στο νευρικό σύστημα κατά τη στιγμή της διάγνωσης.

Group 4: Η πιο κοινή υποομάδα (35-40% των περιπτώσεων) με ενδιάμεση πρόγνωση, συχνότερη σε αγόρια και μεγαλύτερα παιδιά. Θεωρείται το λιγότερο κατανοητό μοριακά, καθώς δεν έχει μία ξεκάθαρη, κυρίαρχη γονιδιακή μετάλλαξη όπως άλλες ομάδες (π.χ. WNT ή SHH). Είναι ο συχνότερος μοριακός τύπος μυελοβλαστώματος, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 35% έως 40% όλων των περιπτώσεων παγκοσμίως. Η 5ετής επιβίωση για παιδιά με Group 4 μυελοβλάστωμα κυμαίνεται γύρω στο 75% με 80%. Παρότι περίπου το 35-40% των ασθενών παρουσιάζει μετάσταση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κατά τη διάγνωση, η παρουσία μετάστασης στο Group 4 δεν συνεπάγεται απαραίτητα τόσο κακή πρόγνωση όσο στο Group 3.

Συμπτώματα.

Καθώς ο όγκος αναπτύσσεται στην παρεγκεφαλίδα, εμποδίζει τη ροή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού προκαλώντας υδροκέφαλο και αυξημένη ενδοκράνια πίεση. Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν:

Έντονους πονοκεφάλους (ιδιαίτερα το πρωί)

Ναυτία και επίμονους εμετούς

Αστάθεια στη βάδιση και απώλεια ισορροπίας (αταξία)

Διαταραχές στην όραση (π.χ. διπλωπία)

Θεραπευτική Αντιμετώπιση.

Η θεραπεία είναι συνδυαστική και εξατομικεύεται ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς και τη μοριακή υποομάδα του όγκου:

Χειρουργική Εξαίρεση: αποτελεί το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα. Στοχεύει στη μέγιστη ασφαλή αφαίρεση του όγκου και στην ιστολογική ταυτοποίηση. Αν υπάρχει υδροκέφαλος, τοποθετείται μια παροχέτευση (shunt) για την αποσυμπίεση του εγκεφάλου.

Ακτινοθεραπεία: εφαρμόζεται συνήθως σε όλο τον εγκέφαλο και τη σπονδυλική στήλη (κρανιονωτιαία ακτινοβολία) για την εξόντωση κυττάρων που μπορεί να έχουν διασπαρεί μέσω του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Αποφεύγεται ή καθυστερείται σε παιδιά κάτω των 3 ετών για την προστασία του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου.

Χημειοθεραπεία: χορηγείται μετά τη χειρουργική επέμβαση ή/και την ακτινοθεραπεία για την καταστροφή των υπολειπόμενων καρκινικών κυττάρων. Σε βρέφη και πολύ μικρά παιδιά, χρησιμοποιούνται σχήματα υψηλής δόσης (μερικές φορές με μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων) για να καθυστερήσει ή να αποφευχθεί η ακτινοβολία.

Πρόγνωση.

Η πρόγνωση έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία της American Cancer Society, τα ποσοστά 5ετούς επιβίωσης διαμορφώνονται ως εξής: 

-Τυπικός Κίνδυνος (Standard Risk): παιδιά >3 ετών, χωρίς μεταστάσεις, στα οποία επιτευχθεί πλήρης αφαίρεση του όγκου έχουν ποσοστό 5ετούς επιβίωσης  70% έως 80%.
-Υψηλός Κίνδυνος (High Risk):    παιδιά με μεταστάσεις ή σημαντικό υπολειπόμενο όγκο έχουν ποσοστό 5ετούς επιβίωσης  περίπου 60%.
-Στους ενήλικες, η πρόγνωση εξαρτάται από τον υπότυπο με ένα γενικό ποσοστό 5ετούς επιβίωσης  65% έως 70%.

 

 

Κεντρικό νευροκύττωμα.

 


Το κεντρικό νευροκύττωμα (Central Neurocytoma) είναι ένας σπάνιος, συνήθως καλοήθης όγκος του εγκεφάλου (Grade II κατά τον ΠΟΥ), ο οποίος αναπτύσσεται με αργό ρυθμό και εντοπίζεται κυρίως στο εσωτερικό των κοιλιών του εγκεφάλου. Αντιπροσωπεύει περίπου το 0,1% έως 0,5% του συνόλου των όγκων του νευρικού συστήματος και εμφανίζεται συχνότερα σε νεαρούς ενήλικες (ηλικίας 20 έως 40 ετών).

Εντόπιση και Χαρακτηριστικά.

Εντόπιση: Αναπτύσσεται σχεδόν αποκλειστικά στις πλάγιες κοιλίες ή στην τρίτη κοιλία του εγκεφάλου, κοντά στο διαφανές διάφραγμα.

Προέλευση: Προέρχεται από κύτταρα του νευρικού ιστού (νευρωνικής προέλευσης).

Φύση: Είναι καλά αφορισμένος όγκος, γεγονός που διευκολύνει τη χειρουργική του αφαίρεση.

Συμπτώματα.

Τα συμπτώματα προκαλούνται κυρίως λόγω της απόφραξης της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, η οποία οδηγεί σε αυξημένη ενδοκράνια πίεση (υδροκέφαλο). Αυτά περιλαμβάνουν:

Έντονο πονοκέφαλο (συχνά χειρότερο το πρωί).

Ναυτία και εμετό.

Διαταραχές όρασης (π.χ. θολή όραση ή διπλωπία).

Σύγχυση ή αλλαγές στη συμπεριφορά.

Αστάθεια στη βάδιση ή ζάλη.

Διάγνωση.

Η διάγνωση γίνεται με απεικονιστικές εξετάσεις και επιβεβαιώνεται ιστολογικά:

Μαγνητική Τομογραφία (MRI): Η κύρια εξέταση επιλογής για την απεικόνιση της ακριβούς θέσης και του μεγέθους του όγκου.

Αξονική Τομογραφία (CT): Μπορεί να δείξει εναποθέσεις ασβεστίου ή αιμορραγία εντός του όγκου.

Βιοψία / Ιστολογική εξέταση: Απαραίτητη μετά την αφαίρεση για να επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για νευροκύττωμα και όχι για άλλο είδος γλοιώματος ή επενδυμώματος.

Ανοσοϊστοχημεία: Για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση, ο όγκος εξετάζεται για ειδικούς νευρωνικούς δείκτες. Είναι πάντα έντονα θετικός στη συναπτοφυσίνη (synaptophysin).

Αντιμετώπιση και Θεραπεία.

Χειρουργική αφαίρεση: Η χειρουργική επέμβαση (κρανιοτομία) αποτελεί τον θεμέλιο λίθο και την πρώτη γραμμή αντιμετώπισης για το κεντρικό νευροκύττωμα. Καθώς ο όγκος αναπτύσσεται μέσα στο σύστημα των κοιλιών του εγκεφάλου, ο κύριος στόχος του χειρουργού είναι τριπλός: η αφαίρεση της μάζας, η παθολογοανατομική ταυτοποίηση αυτής και η άμεση ανακούφιση από τον αποφρακτικό υδροκέφαλο.
Στόχοι του Χειρουργείου:
Πλήρης Αφαίρεση (Gross Total Resection - GTR): Είναι ο ιδανικός στόχος. Εάν ο όγκος αφαιρεθεί ολοκληρωτικά, τα ποσοστά 5ετούς επιβίωσης αγγίζουν το 99%, ενώ η πιθανότητα να μην εμφανιστεί ξανά ο όγκος (free of recurrence) είναι εξαιρετικά υψηλή. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν απαιτείται συμπληρωματική θεραπεία (ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία).

Μερική Αφαίρεση (Subtotal Resection - STR): Εάν ο όγκος είναι στενά προσκολλημένος σε κρίσιμες δομές (όπως ο θάλαμος, η ψαλίδα ή μεγάλα αγγεία), ο χειρουργός επιλέγει εσκεμμένα να αφήσει ένα μικρό υπόλειμμα για να μην προκαλέσει μόνιμη νευρολογική βλάβη. Το υπόλειμμα αυτό αντιμετωπίζεται στη συνέχεια με ακτινοθεραπεία.

Χειρουργικές Προσπελάσεις:
Επειδή ο όγκος βρίσκεται βαθιά μέσα στις κοιλίες του εγκεφάλου, χρησιμοποιούνται κυρίως δύο εξειδικευμένες νευροχειρουργικές προσπελάσεις:
-Διαμεσολοβιακή Προσπέλαση (Transcallosal Approach): Ο χειρουργός περνά ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου και κάνει μια μικρή τομή στο μεσολόβιο (τη δομή που ενώνει τα δύο ημισφαίρια) για να μπει στις πλάγιες κοιλίες. Πλεονέκτημα: Επιτρέπει εξαιρετική ορατότητα και στα δύο ημισφαίρια και στις δύο πλάγιες κοιλίες, κάτι πολύ χρήσιμο αν ο όγκος εκτείνεται και αριστερά και δεξιά.

-Διαφλοιϊκή Προσπέλαση (Transcortical Approach): Ο χειρουργός περνά μέσα από τον φλοιό του εγκεφάλου (συνήθως από τον μετωπιαίο λοβό) για να φτάσει στην κοιλία. Πλεονέκτημα: Προτιμάται όταν ο όγκος είναι πολύ μεγάλος και έχει προκαλέσει μεγάλη διάταση (διάνοιξη) των κοιλιών, ή όταν εντοπίζεται κυρίως στη μία πλευρά.

Σύγχρονες Τεχνολογίες στο Χειρουργείο: σήμερα, η ασφάλεια των επεμβάσεων αυτών έχει αυξηθεί κατακόρυφα χάρη σε προηγμένα μέσα:
Νευροπλοήγηση (Neuronavigation): Λειτουργεί σαν «GPS εγκεφάλου», καθοδηγώντας τον χειρουργό σε πραγματικό χρόνο με βάση την προεγχειρητική μαγνητική τομογραφία.

Νευροενδοσκόπηση: Χρήση μικροσκοπικής κάμερας (ενδοσκοπίου) για την αφαίρεση του όγκου ή για τη διάνοιξη νέων οδών ροής του υγρού (π.χ. τρίτη κοιλιοστομία) αν υπάρχει υδροκέφαλος.

Διεγχειρητική Νευροπαρακολούθηση: Έλεγχος των εγκεφαλικών λειτουργιών κατά τη διάρκεια του χειρουργείου για την αποφυγή παράλυσης ή άλλων βλαβών.

Πιθανές Επιπλοκές Χειρουργείου:
Λόγω της βαθιάς εντόπισης του όγκου, οι πιθανοί κίνδυνοι περιλαμβάνουν:

Προσωρινή ή μόνιμη απώλεια της βραχυπρόθεσμης μνήμης (λόγω ερεθισμού της ψαλίδας).

Επιληπτικές κρίσεις.

Ενδοκοιλιακή αιμορραγία ή λοίμωξη (μηνιγγίτιδα).

Ανάγκη για τοποθέτηση μόνιμης παροχέτευσης (shunt) εάν ο υδροκέφαλος δεν υποχωρήσει μετά την αφαίρεση του όγκου.

Ακτινοθεραπεία / Στερεοτακτική Ακτινοχειρουργική: Η ακτινοθεραπεια παίζει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του κεντρικού νευροκυττώματος. Αν και η χειρουργική αφαίρεση παραμένει η πρώτη γραμμή άμυνας, η ακτινοβολία λειτουργεί ως μια εξαιρετικά αποτελεσματική συμπληρωματική (adjuvant) ή διασωστική (salvage) θεραπεία. Λόγω της φύσης του όγκου, ο οποίος είναι εξαιρετικά ακτινοευαίσθητος, η ακτινοθεραπεία εξασφαλίζει εξαιρετικό τοπικό έλεγχο της νόσου. Εάν επιτευχθεί πλήρης χειρουργική αφαίρεση (Gross Total Resection - GTR) ενός τυπικού/καλοήθους νευροκυττώματος, η ακτινοθεραπεία δεν είναι απαραίτητη και ο ασθενής τίθεται απλώς σε στενή παρακολούθηση. Η απόφαση για ακτινοβολία βασίζεται κυρίως στο αποτέλεσμα του χειρουργείου και στην ιστολογική εικόνα του όγκου:
-Μετά από Μερική Αφαίρεση (Subtotal Resection - STR): Εάν ο νευροχειρουργός δεν μπόρεσε να αφαιρέσει ολόκληρο τον όγκο (επειδή ήταν προσκολλημένος σε ζωτικές δομές του εγκεφάλου, όπως ο θαλάμος ή η ψαλίδα), η ακτινοθεραπεία χορηγείται για να καταστρέψει το υπόλειμμα. Μελέτες δείχνουν ότι η ακτινοβολία μετά από μερική αφαίρεση προσφέρει ποσοστά επιβίωσης παρόμοια με εκείνα της πλήρους αφαίρεσης. 

-Σε Άτυπο Νευροκύττωμα (Atypical Central Neurocytoma): Εάν η βιοψία δείξει επιθετική συμπεριφορά με υψηλό δείκτη κυτταρικού πολλαπλασιασμού (Ki-67 ή MIB-1 > 2-3%), ο κίνδυνος υποτροπής είναι μεγάλος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ακτινοβολία προτείνεται συχνά ακόμη και μετά από πλήρη χειρουργική αφαίρεση. 

-Σε περίπτωση Υποτροπής: Εάν ο όγκος εμφανιστεί ξανά μετά από χρόνια και ένα νέο χειρουργείο κρίνεται επικίνδυνο, η ακτινοθεραπεία αποτελεί την κύρια λύση για τον έλεγχο της νόσου

Χημειοθεραπεία: Η χημειοθεραπεία στο κεντρικό νευροκύττωμα δεν αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής και χρησιμοποιείται εξαιρετικά σπάνια. Καθώς ο όγκος αυτός είναι συνήθως καλοήθης και βραδέως αναπτυσσόμενος (Grade 2), η αντιμετώπισή του βασίζεται κατά κύριο λόγο στο χειρουργείο και την ακτινοθεραπεία. Δεν υπάρχουν διεθνώς καθιερωμένες, επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες (consensus guidelines) για τη χημειοθεραπεία στο κεντρικό νευροκύττωμα. Η χρήση της βασίζεται σε μικρές κλινικές μελέτες και μεμονωμένα περιστατικά.

Πρόγνωση. 

Η πρόγνωση για τους ασθενείς με κεντρικό νευροκύττωμα είναι γενικά πολύ καλή, με υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας επιβίωσης μετά από επιτυχημένο χειρουργείο (80-90%). Ωστόσο, υπάρχει πιθανότητα υποτροπής εάν έχει απομείνει υπόλειμμα όγκου ή εάν ο όγκος παρουσιάζει υψηλό δείκτη πολλαπλασιασμού κυττάρων (δείκτης Ki-67 πάνω από 2-3%), οπότε χαρακτηρίζεται ως "άτυπο νευροκύττωμα". Για τον λόγο αυτό, η τακτική παρακολούθηση με μαγνητικές τομογραφίες είναι απαραίτητη.

Κεντρικό νευροκύττωμα.

Μηνιγγίωμα.