Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΙΙΤΙΔΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΙΙΤΙΔΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πρωτοπαθής Αγγειίτιδα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (PACNS).




Πρωτοπαθής Αγγειίτιδα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (PACNS).


▶️Εισαγωγή.

Η αγγειίτιδα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ) αποτελεί μια ετερογενή ομάδα σπάνιων φλεγμονωδών παθήσεων που προσβάλλουν τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού και των μηνίγγων. Η φλεγμονή αυτή εντοπίζεται κυρίως σε αγγεία μικρού και μεσαίου μεγέθους, αν και δεν αποκλείεται η συμμετοχή μεγάλων αρτηριών. Στην κλινική πράξη, η νόσος διακρίνεται σε δευτεροπαθή (όταν εμφανίζεται στο πλαίσιο συστηματικών αυτοάνοσων νοσημάτων ή λοιμώξεων) και σε πρωτοπαθή (Primary Angiitis of the CNS - PACNS). 


▶️Επιδημιολογία.

Η Πρωτοπαθής Αγγειίτιδα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (PACNS) είναι εξαιρετικά σπάνια, με εκτιμώμενο ετήσιο ρυθμό επίπτωσης περίπου 2,4 περιστατικά ανά εκατομμύριο πληθυσμού. Αν και μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, η κορύφωση της εμφάνισής της εντοπίζεται γύρω στην ηλικία των 50 ετών, με τους άνδρες να προσβάλλονται συχνότερα από τις γυναίκες. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δευτεροπαθείς αιτίες αγγειίτιδας του ΚΝΣ υπερτερούν σημαντικά σε συχνότητα έναντι της πρωτοπαθούς μορφής. Η PACNS αντιπροσωπεύει μόλις το 1% του συνόλου των συστηματικών αγγειιτίδων.


▶️Παθογένεια.

Η παθογένεια της Πρωτοπαθούς Αγγειίτιδας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΠΑΚΝΣ) παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και ασαφής. Ωστόσο, η επικρατούσα επιστημονική άποψη είναι ότι πρόκειται για μια ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη διαδικασία, όπου το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού επιτίθεται λανθασμένα στα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού.

Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει μια σειρά από πολύπλοκους κυτταρικούς και μοριακούς μηχανισμούς:

➡️1. Πυροδοτικοί Παράγοντες (Triggers).

Αν και η αρχική αιτία είναι άγνωστη, ερευνάται η συμμετοχή ορισμένων παραγόντων που μπορεί να πυροδοτούν την ανοσολογική απόκριση:

▪️Λοιμώδεις παράγοντες: Έχει παρατηρηθεί συσχέτιση με ορισμένους ιούς, όπως ο ιός του έρπητα ζωστήρα (VZV), ο ιός Epstein-Barr (EBV), ο HIV και ο ιός της ηπατίτιδας C. Οι ιοί αυτοί ενδέχεται να προκαλούν άμεση βλάβη στα αγγεία ή να πυροδοτούν μια αυτοάνοση αντίδραση μέσω του μηχανισμού του "μοριακού μιμητισμού" (molecular mimicry).

▪️Γενετική προδιάθεση: Αν και δεν θεωρείται κληρονομική νόσος, ορισμένα γονίδια του συστήματος HLA (ανθρώπινα λευκοκυτταρικά αντιγόνα) μπορεί να αυξάνουν την ευαλωτότητα του ατόμου.

➡️2. Κυτταρικοί Μηχανισμοί & Φλεγμονή.

Η κύρια βλάβη προκαλείται από την ενεργοποίηση των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος:

▪️T-λεμφοκύτταρα (κυρίως CD4+ και CD8+): Διεισδύουν στο τοίχωμα των αγγείων (κυρίως στον μέσο και τον έξω χιτώνα). Αυτά τα κύτταρα αναγνωρίζουν λανθασμένα κάποιο συστατικό του αγγείου ως ξένο σώμα.

▪️Μακροφάγα και Γιγαντοκύτταρα: Στον ιστολογικό τύπο της κοκκιωματώδους αγγειίτιδας, τα μακροφάγα συσσωρεύονται και σχηματίζουν "γιγαντοκύτταρα". Αυτά τα κύτταρα εκκρίνουν κυτοκίνες (όπως ο TNF-α και οι ιντερλευκίνες), οι οποίες συντηρούν και εντείνουν τη φλεγμονή.

▪️Εναπόθεση αμυλοειδούς: Σε ορισμένους ασθενείς (κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας), παρατηρείται εναπόθεση της πρωτεΐνης β-αμυλοειδές στα τοιχώματα των αγγείων, μια κατάσταση που συνδέεται στενά με την αγγειίτιδα και ονομάζεται ABRA (Amyloid-β Related Angiitis).

➡️3. Αποτελέσματα της Φλεγμονής στο Αγγειακό Τοίχωμα.

Η χρόνια φλεγμονώδης διήθηση οδηγεί σε δομικές αλλαγές των αγγείων:

▪️Υπερπλασία του έσω χιτώνα (Intimal Hyperplasia): Το εσωτερικό στρώμα του αγγείου παχύνεται, με αποτέλεσμα τη στένωση του αυλού και τη μείωση της ροής του αίματος.

▪️Θρόμβωση: Η καταστροφή του ενδοθηλίου (της εσωτερικής επένδυσης του αγγείου) ενεργοποιεί τον μηχανισμό πήξης, οδηγώντας στον σχηματισμό τοπικών θρόμβων που αποφράσσουν πλήρως το αγγείο.

▪️Νέκρωση και Εξασθένηση του Τοιχώματος: Η καταστροφή των ελαστικών ινών του αγγείου το καθιστά εύθραυστο. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό ανευρυσμάτων (διατάσεις του αγγείου) και ρήξη του αγγείου, προκαλώντας εγκεφαλική αιμορραγία.

➡️4. Ισχαιμία και Νευρολογική Βλάβη.

Το τελικό στάδιο της παθογένειας είναι η επίδραση στον νευρικό ιστό:

▪️Ισχαιμικά Εγκεφαλικά Επεισόδια: Η στένωση ή η απόφραξη των μικρών και μεσαίων αρτηριών στερεί το οξυγόνο και τα θρεπτικά συστατικά από συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, προκαλώντας πολλαπλά μικρά ή μεγάλα έμφρακτα.

▪️Διαταραχή του Αιματοεγκεφαλικού Φραγμού (ΑΕΦ): Η φλεγμονή καταστρέφει τη στεγανότητα των αγγείων, επιτρέποντας σε υγρά και φλεγμονώδη κύτταρα να διαρεύσουν στον εγκέφαλο, προκαλώντας οίδημα και διάχυτη δυσλειτουργία (που εξηγεί τα συμπτώματα της σύγχυσης και της άνοιας).

➡️5. Ιστολογικοί Υπότυποι (με βάση Βιοψίες Εγκεφάλου).

Όταν πραγματοποιείται βιοψία εγκεφάλου, οι ιστολογικές εξετάσεις αναδεικνύουν τρεις κύριες μορφές φλεγμονής: 

▪️Κοκκιωματώδης (Granulomatous) αγγειίτιδα: 32% – 61% (συχνά συνδέεται με πιο προοδευτική πορεία).

▪️Λεμφοκυτταρική (Lymphocytic) αγγειίτιδα: 24% – 79% (συνήθως έχει ηπιότερη κλινική εικόνα).

▪️Νεκρωτική (Necrotizing) αγγειίτιδα: 14% – 42% (παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο για ενδοκράνια αιμορραγία).



▶️Κλινική Εικόνα & Διαγνωστικά Κριτήρια.

Η κλινική παρουσίαση της PACNS είναι συχνά μη ειδική, εμφανίζοντας μια μακρά πρόδρομη περίοδο, αν και σε ορισμένους ασθενείς η έναρξη μπορεί να είναι οξεία. Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

✔️Επίμονο πονοκέφαλο, σε ποσοστό 53% – 83% των περιπτώσεων.

✔️Γνωστική εξασθένηση και αλλαγές στη συμπεριφορά. (40% – 55% των περιπτώσεων.)

✔️Εστιακά νευρολογικά ελλείμματα (π.χ. κινητική αδυναμία, αφασία, διαταραχές όρασης) λόγω ισχαιμικού ή αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου. (63% – 83% των περιπτώσεων.)

✔️Επιληπτικές κρίσεις. (16% – 38% των περιπτώσεων.)

Επειδή η νόσος δεν παρουσιάζει ειδικά εργαστηριακά ευρήματα, η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό κλινικής εικόνας, απεικόνισης και αποκλεισμού άλλων παθήσεων. Για την διάγνωσή της χρησιμοποιούνται διεθνώς τα κριτήρια του Calabrese, τα οποία απαιτούν:

➡️Την παρουσία ενός επίκτητου ανεξήγητου, νευρολογικού ή ψυχιατρικού ελλείμματος: Ο ασθενής πρέπει να εμφανίζει ιστορικό ή κλινικά ευρήματα ενός νευρολογικού ελλείμματος (π.χ. ημιπάρεση, απώλεια όρασης, αταξία) ή ψυχιατρικής/γνωσιακής διαταραχής (π.χ. σύγχυση, προοδευτική άνοια, έντονη αλλαγή συμπεριφοράς), το οποίο είναι επίκτητο και δεν μπορεί να εξηγηθεί μετά από μια αρχική βασική κλινική και εργαστηριακή αξιολόγηση. 

➡️Την ύπαρξη κλασικών αγγειογραφικών ή ιστοπαθολογικών ευρημάτων αγγειίτιδας στο ΚΝΣ: Πρέπει να υπάρχει σαφής απόδειξη φλεγμονώδους/αγγειοπαθητικής διαδικασίας εντός του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού, η οποία τεκμηριώνεται με τουλάχιστον ένα από τα δύο: 

▪️Κλασικά ευρήματα αγγειίτιδας στην ψηφιακή αγγειογραφία εγκεφάλου (π.χ. πολλαπλές εναλλασσόμενες στενώσεις και διατάσεις των αγγείων, γνωστές ως «εικόνα κομπολογιού» ή beading). 

▪️Ιστοπαθολογική επιβεβαίωση μέσω βιοψίας εγκεφάλου ή μηνίγγων, η οποία δείχνει σαφή φλεγμονώδη διήθηση στα τοιχώματα των αγγείων (θεωρείται το gold standard). 

➡️Τον πλήρη αποκλεισμό συστηματικής αγγειίτιδας ή οποιασδήποτε άλλης διαταραχής που θα μπορούσε να προκαλέσει ή να μιμηθεί τα ευρήματα αυτά: πρέπει να αποδειχθεί πλήρης απουσία οποιασδήποτε συστηματικής αγγειίτιδας (π.χ. κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος) ή οποιασδήποτε άλλης πάθησης που θα μπορούσε να προκαλέσει δευτερογενώς παρόμοια αγγειογραφικά ή ιστολογικά ευρήματα (π.χ. λοιμώξεις, νεοπλάσματα, αθηροσκλήρωση).

➡️Καθώς η ιατρική τεχνολογία εξελίχθηκε, αναγνωρίστηκε ότι τα κριτήρια του Calabrese ήταν αρκετά ευρεία και μπορούσαν να συμπεριλάβουν εκ παραδρομής άλλες παθήσεις, κυρίως το Σύνδρομο Αναστρέψιμης Εγκεφαλικής Αγγειοσυστολής (RCVS). Για τον λόγο αυτό, οι Birnbaum και Hellmann πρότειναν μια τροποποίηση η οποία χωρίζει τη διάγνωση σε δύο επίπεδα βεβαιότητας: 

✔️Βέβαιη διάγνωση (Definite PACNS): Απαιτείται οπωσδήποτε θετική βιοψία ιστού που να επιβεβαιώνει τη φλεγμονή των αγγείων.

✔️Πιθανή διάγνωση (Probable PACNS): Τίθεται όταν η βιοψία είναι αρνητική ή δεν έχει γίνει, αλλά υπάρχει υψηλή πιθανότητα βάσει αγγειογραφίας, σε συνδυασμό με χαρακτηριστικά ευρήματα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) και τη μαγνητική τομογραφία (MRI), αποκλείοντας αυστηρά το σύνδρομο RCVS. 




▶️Παθολογοανατομία & Εργαστηριακοί Δείκτες.

Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες μορφές αγγειίτιδας, ο εκλυτικός παράγοντας της PACNS παραμένει άγνωστος. Το ιστορικό και η κλινική εξέταση του πάσχοντος μπορεί να κατευθύνει στην διάγνωση μόνο τους υποψιασμένους κλινικούς γιατρούς. Ο κλινικοεργαστηριακός και απεικονιστικός έλεγχος αν και δύναται να βοηθήσει δεν μπορεί να θέσει την τελική διάγνωση. Ακόμη και η Βιοψία εγκεφάλου μπορεί να αποτύχει να την θέσει και να χρειαστεί επανάληψη.

➡️Βιοψία Εγκεφάλου: Παραμένει το gold standard (πρότυπο αναφοράς) για τη διάγνωση, με τον κροταφικό λοβό να αποτελεί την πιο συχνή θέση λήψης δείγματος. Σε ποσοστό περίπου 10% των περιπτώσεων ενδέχεται να απαιτηθεί επαναληπτική βιοψία για την επιβεβαίωση της νόσου.

➡️Δείκτες Φλεγμονής & ΕΝΥ: Η αυξημένη Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών (ΤΚΕ), η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) και η πλειοκυττάρωση ή/και αυξημένη πρωτεΐνη στο Εγκεφαλονωτιαίο Υγρό (ΕΝΥ) ενισχύουν την υποψία. Το ΕΝΥ είναι παθολογικό στο 78% των περιπτώσεων. Ωστόσο, ένα φυσιολογικό ΕΝΥ δεν αποκλείει οριστικά την PACNS.

➡️Απεικονιστικά Ευρήματα (Νευροακτινολογία).

Τα απεικονιστικά ευρήματα είναι μεταβλητά. Η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών εμφανίζει βλάβες περιορισμένες στον εγκέφαλο, ενώ λιγότερο από 10% παρουσιάζει βλάβες αποκλειστικά στον νωτιαίο μυελό ή και στα δύο σημεία ταυτόχρονα.

1. Μαγνητική Τομογραφία (MRI): Η MRI είναι σχεδόν πάντα παθολογική.  Η Μαγνητική Τομογραφία (MRI) εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού είναι η πιο ευαίσθητη απεικονιστική εξέταση για την Πρωτοπαθή Αγγειίτιδα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΠΑΚΝΣ). Αν και τα ευρήματά της δεν είναι ειδικά (δηλαδή μπορεί να μοιάζουν με άλλες παθήσεις), η εξέταση είναι εξαιρετικά κρίσιμη: εμφανίζει ευαισθησία που αγγίζει το 90% με 100%. Αυτό σημαίνει ότι μια απόλυτα φυσιολογική μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου σχεδόν αποκλείει τη διάγνωση της ΠΑΚΝΣ. Το πιο συχνό εύρημα (περίπου 60%) είναι τα ισχαιμικά έμφρακτα, τα οποία είναι τυπικά αμφοτερόπλευρα, αφορούν διαφορετικά αγγειακά εδάφη, έχουν ποικίλο μέγεθος και βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια επούλωσης. Οι υπόπυκνες βλάβες στην T2/FLAIR ακολουθία της λευκής ουσίας παρατηρούνται στο 50% των περιπτώσεων. Οι ακολουθίες GRE/SWI μπορούν να αναδείξουν μικροαιμορραγίες ή υπαραχνοειδή αιμορραγία. Η μηνιγγική ή παρεγχυματική ενίσχυση (μετά τη χορήγηση σκιαγραφικού) παρατηρείται σε ποσοστό έως 40%.

▪️Εμπλουτισμός των μηνίγγων (Leptomeningeal enhancement): Σε ποσοστό περίπου 10% έως 30%, παρατηρείται πρόσληψη του σκιαγραφικού στις λεπτομήνιγγες, γεγονός που υποδηλώνει ότι η φλεγμονή έχει επεκταθεί και εκεί.

▪️Εμπλουτισμός των παρεγχυματικών βλαβών: Οι ίδιες οι βλάβες στον εγκέφαλο μπορεί να «ανάψουν» με το σκιαγραφικό, δείχνοντας τη διαταραχή του αιματοεγκεφαλικού φραγμού.



2. Vessel Wall MRI (VW-MRI): Αποτελεί ένα εξαιρετικό σύγχρονο εργαλείο. Σε αντίθεση με τις κλασικές αγγειογραφίες (MRA, CTA, DSA) που δείχνουν μόνο τον αυλό του αγγείου (δηλαδή το πώς ρέει το αίμα εσωτερικά), η VW-MRI απεικονίζει απευθείας το ίδιο το τοίχωμα της αρτηρίας. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω μαγνητικών τομογράφων υψηλής ισχύος (3 Tesla ή 7 Tesla) και ειδικών ακολουθιών που «σβήνουν» το σήμα του ρέοντος αίματος και του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (black-blood imaging). Η χρησιμότητά της στην Πρωτοπαθή Αγγειίτιδα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΠΑΚΝΣ) είναι καθοριστική για τους εξής λόγους:

Ι. Το Χαρακτηριστικό «Αποτύπωμα» της ΠΑΚΝΣ: Όταν υπάρχει ενεργός αγγειίτιδα του ΚΝΣ, η VW-MRI αναδεικνύει δύο κύρια ευρήματα στα προσβεβλημένα αγγεία:

✔️Ομόκεντρη (κυκλική) πάχυνση: Ολόκληρη η περίμετρος του τοιχώματος του αγγείου εμφανίζεται παχυσμένη με ομοιόμορφο τρόπο.

✔️Έντονος, ομόκεντρος εμπλουτισμός (Vessel Wall Enhancement): Μετά τη χορήγηση σκιαγραφικού, ολόκληρο το τοίχωμα του αγγείου «ανάβει» έντονα και ομοιογενώς, γεγονός που υποδηλώνει άμεση φλεγμονώδη διήθηση και υπεραιμία. 

ΙΙ. «Κλειδί» Διαφορικής Διάγνωσης από τους Μιμητές: Πολλές παθήσεις προκαλούν στενώσεις στα αγγεία και μοιάζουν ομοιόμορφες στην κλασική ψηφιακή αγγειογραφία (DSA). Η VW-MRI όμως μπορεί να τις ξεχωρίσει βάσει του μοτίβου του τοιχώματος.

✔️Σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι η προσθήκη της VW-MRI στο διαγνωστικό πρωτόκολλο παρουσιάζει ευαισθησία που αγγίζει το 94% και ειδικότητα έως 95% για τη διάγνωση της εγκεφαλικής αγγειίτιδας. Αυτό επιτρέπει στους κλινικούς γιατρούς να ξεκινούν έγκαιρα τη βαριά ανοσοκατασταλτική θεραπεία με μεγαλύτερη ασφάλεια, μειώνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις την ανάγκη για άμεση διενέργεια ψηφιακής αγγειογραφίας (DSA).



2. Ψηφιακή Αγγειογραφία (DSA): Η ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία (Digital Subtraction Angiography - DSA) εγκεφάλου αποτελεί τη διαγνωστική μέθοδο εκλογής για την αξιολόγηση του αυλού των αγγείων, όταν υπάρχει υποψία Πρωτοπαθούς Αγγειίτιδας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΠΑΚΝΣ). Πρόκειται για μια επεμβατική, καθετηριακή εξέταση που προσφέρει την υψηλότερη δυνατή ευκρίνεια για την αρχιτεκτονική των ενδοκράνιων αρτηριών. Δείχνει εστιακή ή πολυεστιακή τμηματική στένωση και εικόνα «κομπολογιού» (beading) σε μικρά και μεσαία αγγεία. Η μέση εγκεφαλική αρτηρία (MCA) προσβάλλεται συχνότερα. Ωστόσο, μια φυσιολογική ψηφιακή αγγειογραφία δεν αποκλείει τη νόσο, καθώς αυτή μπορεί να αφορά αγγεία μικρότερου μεγέθους από το όριο ανίχνευσης της μεθόδου. Σύμφωνα με τις πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Εγκεφαλικών Επεισοδίων (ESO), ένας ασθενής με «τυπικά» αγγειογραφικά ευρήματα αλλά χωρίς βιοψία κατατάσσεται στην κατηγορία της πιθανής (probable) ΠΑΚΝΣ, καθώς η DSA από μόνη της δεν επαρκεί για την απόλυτη επιβεβαίωση της νόσου.



▶️Βιοψία εγκεφάλου.

Η βιοψία εγκεφάλου και μηνίγγων αποτελεί τη μέθοδο επιβεβαίωσης (gold standard) για τη διάγνωση της Πρωτοπαθούς Αγγειίτιδας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΠΑΚΝΣ). Είναι η μοναδική εξέταση που προσφέρει βέβαιη διάγνωση (Definite PACNS), καθώς η μαγνητική τομογραφία και η αγγειογραφία μπορεί μερικές φορές να δείξουν ευρήματα που μοιάζουν με άλλες παθήσεις.

1. Πώς και από πού λαμβάνεται το δείγμα;

Η διαδικασία πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία, συνήθως με τη χρήση νευροπλοήγησης (στερεοτακτική καθοδήγηση) για απόλυτη ακρίβεια.

Στόχευση: Ιδανικά, το δείγμα λαμβάνεται από μια περιοχή που εμφανίζει αλλοιώσεις στη Μαγνητική Τομογραφία (MRI), αλλά σε ασφαλή, μη εύγλωττη (non-eloquent) περιοχή του εγκεφάλου (συνήθως στον μη κυρίαρχο κροταφικό ή στον μετωπιαίο λοβό).

Τι πρέπει να περιλαμβάνει: Για να είναι έγκυρη η βιοψία, πρέπει να περιλαμβάνει ιστό από τον εγκεφαλικό φλοιό, τις υπερκείμενες μήνιγγες (λεπτομήνιγγες) και τα αντίστοιχα αιμοφόρα αγγεία.

2. Γιατί είναι απαραίτητη; Τα πλεονεκτήματά της.

➡️Αποκλεισμός "Μιμητών": Πολλές παθήσεις, όπως οι λοιμώξεις (π.χ. φυματιώδης μηνιγγίτιδα, μύκητες), τα λεμφώματα ή το Σύνδρομο Αναστρέψιμης Εγκεφαλικής Αγγειοσυστολής (RCVS), μιμούνται την ΠΑΚΝΣ στην αγγειογραφία. Η βιοψία ξεκαθαρίζει την ακριβή αιτία.

➡️Αποφυγή άσκοπης ανοσοκαταστολής: Η θεραπεία της ΠΑΚΝΣ περιλαμβάνει βαριά και μακροχρόνια ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη) με σοβαρές παρενέργειες. Είναι κρίσιμο να είμαστε βέβαιοι για τη διάγνωση πριν την έναρξή τους.

3. Το πρόβλημα των "Ψευδώς Αρνητικών" αποτελεσμάτων.

Η βιοψία εγκεφάλου στην ΠΑΚΝΣ έχει ευαισθησία περίπου 50% έως 75%. Αυτό σημαίνει ότι:

✔️Μια θετική βιοψία επιβεβαιώνει απόλυτα τη νόσο.

✔️Μια αρνητική βιοψία δεν αποκλείει την ΠΑΚΝΣ.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Η φλεγμονή στην ΠΑΚΝΣ είναι "τμηματική" (segmental) και "διάσπαρτη" (patchy). Δηλαδή, προσβάλλει ορισμένα τμήματα των αγγείων και αφήνει άλλα ανέπαφα. Αν ο χειρουργός λάβει δείγμα από μια υγιή περιοχή ανάμεσα στις φλεγμονές, το αποτέλεσμα θα βγει αρνητικό (σφάλμα δειγματοληψίας).

4. Ιστολογικά ευρήματα.

Στο μικροσκόπιο, ο παθολογοανατόμος αναζητά φλεγμονώδη διήθηση στα τοιχώματα των αγγείων, η οποία ταξινομείται σε τρεις τύπους (όπως αναφέρθηκε στα στατιστικά):

▪️Κοκκιωματώδης: Χαρακτηρίζεται από παρουσία γιγαντοκυττάρων (συχνά με εναπόθεση β-αμυλοειδούς).

▪️Λεμφοκυτταρική: Κυριαρχείται από T-λεμφοκύτταρα.

▪️Νεκρωτική: Παρουσιάζει ινιδοειδή νέκρωση του αγγειακού τοιχώματος (υψηλός κίνδυνος αιμορραγίας).

5. Κίνδυνοι της επέμβασης.

Αν και πρόκειται για επέμβαση στον εγκέφαλο, όταν σχεδιάζεται προσεκτικά σε εξειδικευμένα κέντρα, το ποσοστό σοβαρών επιπλοκών (όπως εγκεφαλική αιμορραγία, λοίμωξη ή νέο νευρολογικό έλλειμμα) είναι γενικά χαμηλό, κυμαινόμενο γύρω στο 1% με 2%.



▶️Θεραπευτική Αντιμετώπιση & Πρόγνωση.

Η διαχείριση της PACNS βασίζεται στην έγκαιρη και επιθετική ανοσοκαταστολή:

➡️Φάση Εφόδου (Induction): Περιλαμβάνει τη χορήγηση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών (κορτιζόνης), συχνά σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μυκοφαινολάτη μοφετίλ (Mycophenolate Mofetil - MMF).

➡️Φάση Συντήρησης (Maintenance): Για τη διατήρηση της ύφεσης και την αποφυγή υποτροπών, προτείνονται φάρμακα όπως η αζαθειοπρίνη, η μυκοφαινολάτη μοφετίλ, η μεθοτρεξάτη ή το rituximab.

➡️Διαχείριση Εγκεφαλικών Επεισοδίων: Αν και τα δεδομένα είναι περιορισμένα, η διεθνής ιατρική κοινότητα (expert consensus) προτείνει τη χρήση ασπιρίνης ως δευτερογενή πρόληψη, ειδικά σε ασθενείς με προσβολή μεγάλων ή μεσαίων αγγείων.

➡️Η πρόγνωση της Πρωτοπαθούς Αγγειίτιδας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΠΑΚΝΣ) έχει βελτιωθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Πριν από τη χρήση των σύγχρονων θεραπευτικών σχημάτων, η νόσος ήταν σχεδόν πάντα θανατηφόρος. Σήμερα, με την έγκαιρη διάγνωση και τη συνδυασμένη χρήση κορτιζόνης και ανοσοκατασταλτικών (όπως η κυκλοφωσφαμίδη και η μυκοφαινολάτη μοφετίλ), η ΠΑΚΝΣ θεωρείται μια χρόνια αλλά διαχειρίσιμη πάθηση.

Η πορεία της νόσου παρουσιάζει τις εξής βασικές πτυχές:

1. Ποσοστά Ύφεσης & Επιβίωσης.

Αρχική Ανταπόκριση: Περίπου το 80% έως 90% των ασθενών επιτυγχάνει πλήρη ή μερική κλινική ύφεση (σταθεροποίηση των συμπτωμάτων και υποχώρηση της φλεγμονής) μετά την αρχική θεραπεία εφόδου.

Θνησιμότητα: Το ποσοστό θνησιμότητας έχει μειωθεί σημαντικά και κυμαίνεται πλέον γύρω στο 8% με 15%, με τους περισσότερους θανάτους να σχετίζονται με σοβαρά αρχικά εγκεφαλικά επεισόδια ή επιπλοκές από βαριές λοιμώξεις λόγω της ανοσοκαταστολής.

2. Το Πρόβλημα των Υποτροπών (Relapses).

Η ΠΑΚΝΣ χαρακτηρίζεται από μια «κυματοειδή» πορεία. Οι υποτροπές είναι συχνές και αποτελούν τη μεγαλύτερη πρόκληση για την πρόγνωση:

▪️Το 30% έως 50% των ασθενών θα εμφανίσει τουλάχιστον μία υποτροπή της νόσου.

▪️Οι υποτροπές συμβαίνουν συχνότερα κατά τη φάση μείωσης (tapering) της κορτιζόνης ή κατά τη μετάβαση στη θεραπεία συντήρησης.

▪️Κάθε υποτροπή φέρει τον κίνδυνο νέων ισχαιμικών βλαβών, γι' αυτό η μακροχρόνια νευρολογική παρακολούθηση είναι απαραίτητη.

3. Μακροχρόνια Αναπηρία & Ποιότητα Ζωής.

Παρά την επιτυχή καταστολή της φλεγμονής, ο εγκέφαλος μπορεί να έχει υποστεί μόνιμες δομικές βλάβες από τα αρχικά ισχαιμικά επεισόδια:

▪️Μόνιμα Ελλείμματα: Περίπου το 30% έως 60% των ασθενών παρουσιάζει κάποιου βαθμού μόνιμη νευρολογική αναπηρία (π.χ. ήπια κινητική αδυναμία, διαταραχές βάδισης).

▪️Γνωσιακές Διαταραχές: Πολλοί ασθενείς αναφέρουν χρόνια κόπωση, δυσκολία στη συγκέντρωση, ήπια προβλήματα μνήμης και συναισθηματικές διακυμάνσεις, που επηρεάζουν την επιστροφή στην εργασία τους.

▪️Πλήρης Ανάρρωση: Ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών καταφέρνει να επιστρέψει σε μια σχεδόν απόλυτα φυσιολογική καθημερινότητα.

4. Παράγοντες που Καθορίζουν την Πρόγνωση.

Η πρόγνωση δεν είναι ίδια για όλους. Χαρίζεται σε καλύτερη ή χειρότερη ανάλογα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:

✔️Καλύτερη Πρόγνωση (Ηπιότερη πορεία):

▪️Προσβολή αποκλειστικά των πολύ μικρών αγγείων (small-vessel variant), η οποία διαγιγνώσκεται συνήθως μόνο με βιοψία.

▪️Ήπια συμπτώματα κατά την παρουσίαση (π.χ. μόνο πονοκέφαλος, χωρίς μεγάλα εγκεφαλικά).

▪️Λεμφοκυτταρικός ιστολογικός τύπος στη βιοψία.

✔️Χειρότερη Πρόγνωση (Πιο επιθετική πορεία):

▪️Προσβολή των μεγάλων/μεσαίων ενδοκράνιων αρτηριών με εκτεταμένες αλλοιώσεις στην αγγειογραφία.

▪️Παρουσία πολλαπλών, αμφοτερόπλευρων εγκεφαλικών εμφράκτων κατά τη διάγνωση.

▪️Γνωσιακή εξασθένηση ή αλλαγή της νοητικής κατάστασης στην έναρξη της νόσου.

▪️Νεκρωτικός ιστολογικός τύπος στη βιοψία (αυξημένος κίνδυνος αιμορραγιών).

5. Διάρκεια Παρακολούθησης.

Λόγω του κινδύνου καθυστερημένων υποτροπών, οι ασθενείς παρακολουθούνται στενά με κλινική εξέταση και Μαγνητική Τομογραφία (MRI) κάθε 3 έως 6 μήνες για τα πρώτα 2-3 χρόνια, και στη συνέχεια σε ετήσια βάση, ακόμη και αν βρίσκονται σε πλήρη κλινική ύφεση.




▶️Επίλογος.

Η Πρωτοπαθής Αγγειίτιδα του ΚΝΣ παραμένει μια νόσος-πρόκληση. Λόγω των σοβαρών επιπτώσεων που μπορεί να έχει στην υγεία του ασθενούς (μόνιμες νευρολογικές βλάβες), η υποψία της νόσου σε νέους ασθενείς με άτυπα εγκεφαλικά επεισόδια ή προοδευτική γνωστική έκπτωση πρέπει να οδηγεί άμεσα σε εξειδικευμένο νευρολογικό και απεικονιστικό έλεγχο. Η έγκαιρη διάγνωση πριν την εγκατάσταση μόνιμων εγκεφαλικών εμφράκτων και η εξατομικευμένη ανοσοκατασταλτική θεραπεία αποτελούν τα δύο σημαντικότερα «όπλα» για τη διασφάλιση μιας καλής ποιότητας ζωής για τους ασθενείς.




Πρωτοπαθής αγγειίτιδα κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η πρωτοπαθής αγγειΐτιδα του ΚΝΣ (Primary Angiitis of the CNS-PACNS) είναι σπάνιος τύπος αγγειΐτιδας, άγνωστης αιτιολογίας, χαρακτηριζόμενη από μη λοιμώδη κοκκιωματώδη φλεγμονή του μέσου και έξω αγγειακού χιτώνα κυρίως των μικρών εγκεφαλικών παρεγχυματικών και λεπτομηνιγγικών αρτηριών και φλεβών, χωρίς ενδείξεις συστηματικής νόσου.
Οι αγγειίτιδες είναι μια ομάδα αυτοάνοσων παθήσεων, που έχουν ως κύριο και κοινό χαρακτηριστικό τη φλεγμονή στο τοίχωμα των αιμοφόρων αγγείων. Οι φλεγμονώδεις βλάβες οδηγούν στη στένωση ή και στην απόφραξη των αγγείων με αποτέλεσμα τη μειωμένη παροχή αίματος και έτσι την ανάπτυξη ισχαιμικών βλαβών στους ιστούς και στα όργανα, που αιματώνονται από τα αγγεία που έχουν προσβληθεί. Τόσο το μέγεθος των αγγείων όσο και τα όργανα που προσβάλλονται  είναι διαφορετικά μεταξύ των διαφόρων αγγειιτίδων και γι’ αυτό είναι διαφορετικές και οι κλινικές τους εκδηλώσεις.Σύμφωνα με πρόσφατη (2012) διεθνή συναινετική συνδιάσκεψη οι αγγειίτιδες διακρίνονται με βάση το μέγεθος των προσβαλλόμενων αγγείων σε:
1. Αγγειίτιδες μεγάλου μεγέθους αγγείων: Αφορούν την αορτή και τους κύριους κλάδους της, αλλά μπορεί να προσβάλλουν και αρτηρίες οποιουδήποτε μεγέθους
-Γιγαντοκυτταρική (κροταφική) αρτηρίτιδα
-Αρτηρίτιδα Takayasu
2. Αγγειίτιδες μεσαίου μεγέθους αγγείων: Αφορούν κυρίως τις σπλαχνικές αρτηρίες και τους κλάδους τους, αλλά μπορεί να προσβάλλουν και αρτηρίες οποιουδήποτε μεγέθους
-Οζώδης πολυαρτηρίτιδα
-Νόσος του Kawasaki
3. Αγγειίτιδες μικρού μεγέθους αγγείων: Αφορούν κυρίως τις μικρές ενδοπαρεγχυματικές αρτηρίες, αρτηρίδια, τριχοειδή και φλεβίδια, αλλά μπορεί να προσβάλλουν και αρτηρίες και φλέβες μεσαίου μεγέθους:
3.1. Αγγειίτιδες σχετιζόμενες με ANCA αντισώματα:
-Κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα (Κοκκιωμάτωση Wegener)
-Ηωσινοφιλική κοκκιωμάτωση με πολυαγγειίτιδα (Σύνδρομο Churg-Strauss)
-Μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα
3.2. Αγγειίτιδες σχετιζόμενες με ανασοσυμπλέγματα:
-Σύνδρομο Goodpasture
-IgA αγγειίτιδα (Πορφύρα Henoch-Schönlein)
-Κρυοσφαριναιμική αγγειίτιδα
-Υποσυμπληρωματαιμική κνιδωτική αγγειίτιδα
-Δερματική αγγειίτιδα μικρού μεγέθους αγγείων
4. Αγγειίτιδες ποικίλου μεγέθους αγγείων: Αφορούν αγγεία οποιουδήποτε μεγέθους (μικρού μεσαίου, μεγάλου) και οποιουδήποτε τύπου (αρτηρίες, φλέβες, τριχοειδή)
-Νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet
-Σύνδρομο Cogan
5. Αγγειίτιδες ενός οργάνου: Αφορούν αρτηρίες ή φλέβες οποιουδήποτε μεγέθους ενός μόνο οργάνου χωρίς να έχουν χαρακτηριστικά ενδεικτικά περιορισμένης έκφρασης συστηματικής αγγειίτιδας,
-πρωτοπαθής αγγειΐτιδα του ΚΝΣ (Primary Angiitis of the CNS-PACNS)
-Δερματική αγγειίτιδα μικρού μεγέθους αγγείων
6.  Αγγειίτιδες σχετιζόμενες με συστηματική νόσο:
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με ρευματοειδή αρθρίτιδα
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με σαρκοείδωση κ.ά
7. Αγγειίτιδες σχετιζόμενες με πιθανό αιτιολογικό παράγοντα:
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με φάρμακο (π.χ. υδραλαζίνη) 
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με τον ιό της ηπατίτιδας Β
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με τον ιό της ηπατίτιδας C
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με τον κακόηθες νεόπλασμα
-Αγγειίτιδα σχετιζόμενη με σύφιλη κ.ά.
Η πρωτοπαθής αγγειΐτιδα του ΚΝΣ (Primary Angiitis of the CNS-PACNS) περιγράφηκε αρχικά ως προοδευτική θανατηφόρος νόσος εντοπιζόμενη στο ΚΝΣ και χαρακτηριζόμενη από κοκκιωματώδη αγγειΐτιδα, γι΄ αυτό και ονομάσθηκε κοκκιωματώδης αγγειΐτιδα του ΚΝΣ (Granulomatous Angiitis of the CNS-GACNS). Επειδή όμως δεν ανευρίσκονται ιστολογικά διαπιστωμένα κοκκιώματα σε όλες οι περιπτώσεις, ο όρος μετατράπηκε σε μεμονωμένη αγγειΐτιδα του ΚΝΣ (Isolated Angiitis of the CNS-IACNS) και αργότερα, σε πρωτοπαθή αγγειΐτιδα του ΚΝΣ (Primary Angiitis of the CNS-PACNS). Η μεμονωμένη προσβολή του ΚΝΣ είναι χαρακτηριστικό της PACNS. Η νόσος μπορεί να προσβάλει και τις καρωτίδες περιφερικά των ενδοσπονδυλικών αρτηριών, γι΄αυτό και κατατάσσεται στις αγγειΐτιδες των μεγάλων αγγείων.
Τα διαγνωστικά κριτήρια των Calabrese και Mallek (1988), παραμένουν ευρέως αποδεκτά μέχρι σήμερα: 1) Παρουσία ενός ανεξήγητου, μετά από μια αρχική βασική διερεύνηση, νευρολογικού ελλείμματος. 2) Παρουσία χαρακτηριστικών αγγειίτιδας στο ΚΝΣ στην κλασική αγγειογραφία ή σε ιστοπαθολογικά ευρήματα. 3) Απουσία στοιχείων συστηματικής αγγειίτιδας ή οποιαδήποτε διαταραχής που θα μπορούσε να προκαλέσει ή να μιμηθεί τα αγγειογραφικά ή τα ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά της πάθησης. 
Η PACNS είναι σπάνια νόσος, με επίπτωση 1-2,4 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο ανά έτος, σε Ευρώπη και Αμερική.   Η PACNS προσβάλλει ελαφρώς συχνότερα τους άρρενες, σε αναλογία 4:3 με τις θήλεις. Η καλοήθης αγγειοπάθεια του ΚΝΣ, σε αντίθεση με την PACNS, παρατηρείται συχνότερα σε νέες γυναίκες, συνήθως με ιστορικό κεφαλαλγιών (όπως ημικρανίες). Η PACNS μπορεί να παρατηρηθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά τυπικά προσβάλλει άτομα ηλικίας 30-50 ετών (μέσος όρος 42ο έτος της ηλικίας).
Η παθογένεια της  PACNS είναι άγνωστη. Όπως και σε άλλες χρόνιες φλεγμονώδεις ή αυτοάνοσες παθήσεις, στην εκδήλωση της PACNS ενοχοποιούνται λοιμώξεις. Το μυκόπλασμα, ο ιός της ανεμοβλογιάς-έρπητα, ο κυτταρομεγαλοιός, ο Epstein-Barr, χλαμύδια, ο ιός της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας του ανθρώπου-AIDS, έχουν θεωρηθεί υπεύθυνοι για τη δημιουργία αγγειίτιδας, χωρίς ωστόσο, στην πλειονότητα των ασθενών με PACNS, να μπορεί να αποδειχθεί η σχέση της νόσου με τους παραπάνω ή άλλους λοιμώδεις παράγοντες. Η κοκκιωματώδης φύση, στις περιοχές βλάβης της αγγειίτιδας, στις περισσότερες περιπτώσεις, υποδεικνύει μια Th-1 διαμεσολαβούμενη απάντηση. Οι Th-1 σχετιζόμενες κυτοκίνες μπορεί να προκαλέσουν αγγειακή φλεγμονή στην PACNS, όπως υποδεικνύουν αρκετά πειραματικά μοντέλα. Ο παράγοντας νέκρωσης όγκων (TNF) και η ιντερλευκίνη 6 μπορεί επσης να συνεισφέρουν στη φλεγμονώδη αγγειίτιδα της PACNS.
Βάσει των διαθέσιμων κλινικών, απεικονιστικών, αγγειογραφικών και παθολογοανατομικών δεδομένων, διακρίνονται τέσσερις υποτύποι της νόσου:
1. Κοκκιωματώδης αγγειίτιδα ΚΝΣ: Αποτελεί την κλασσική μορφή της νόσου. Εκδηλώνεται με πονοκέφαλο και νευρολογική σημειολογία εστιακή και διάχυτη. Η MRI εγκεφάλου είναι παθολογική ενώ η εξέταση του ΕΝΥ αποκαλύπτει ευρήματα άσηπτης μηνιγγίτιδας, σε πάνω από 90% των ασθενών. Ψευδώς αρνητική βιοψία αναφέρεται στο 25-50%. Η ακτινολογικά κατευθυνόμενη και η συνδυασμένη παρεγχυματική και λεπτομηνιγγική βιοψία αυξάνει τα ποσοστά επιτυχίας. Η αγγειογραφία είναι τυπικά φυσιολογική, αντικατοπτρίζοντας το μικρό μέγεθος των προσβεβλημένων αγγείων.
2. Λεμφοκυτταρική PACNS: Διακρίνεται από την κοκκιωματώδη από την παρουσία περισσότερο λεμφοκυτταρικής παρά κοκκιωματώδους αγγειίτιδας στη βιοψία.
3. Αγγειογραφικά βέβαιη PACNS: Χαρακτηρίζεται από παθολογική αγγειογραφία εγκεφάλου και παθολογικό ΕΝΥ (που αποκλείει παράλληλα λοίμωξη ή κακοήθεια), αλλά συνήθως φυσιολογική βιοψία ΚΝΣ. Επιπρόσθετα με τις κεφαλαλγίες και τη διάχυτη διαταραχή του ΚΝΣ, εμφανίζονται εστιακά νευρολογικά ελλείμματα και εγκεφαλικά έμφρακτα. Τα ευρήματα αυτά δικαιολογούνται από την προσβολή του μέσου μεγέθους αγγείων του ΚΝΣ. Το σύνδρομο RCVS (συνδρομο αναστρέψιμου σπασμού των εγκεφαλικών αγγείων-Reversable Cerebral Vasoconstrictive Syndrome) είναι η κύρια πάθηση που πρέπει να αποκλεισθεί καθώς αυτό αποτελεί την κύρια διαταραχή που μιμείται συχνότερα την PACNS.  Το φυσιολογικό ΕΝΥ και η αντιστρεψιμότητα των αγγειογραφικών ανωμαλιών με επανάληψη της αγγειογραφίας, επιβεβαιώνουν τη διάγνωση του RCVS.
4. Ογκόμορφη PACNS: Δεν υπάρχουν ειδικά χαρακτηριστικά που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιόπιστη διάκριση της ογκόμορφης PACNS. Η πλήρης ανάλυση του υλικού της βιοψίας και ο αποκλεισμός εναλλακτικής διάγνωσης είναι επιβεβλημένα. Αναθεώρηση της διάγνωσης, ακόμα και με επανάληψη της βιοψίας, συνίσταται όταν αποτύχει επιθετική ανοσοκατασταλτική θεραπεία.

Οι κλινικές εκδηλώσεις της PACNS διαφέρουν ανάλογα με την υπο-ομάδα ή τον κλινικό τύπο που ανήκουν οι ασθενείς. Πάντως, οι αρχικές εκδηλώσεις της PACNS, όπως και όλων σχεδόν των εγκεφαλικών αγγειϊτίδων, είναι άτυπες.
Νευρολογικές εκδηλώσεις:
*Εκδηλώσεις διάχυτης εγκεφαλοπάθειας. Οι ασθενείς με ιστολογικά επιβεβαιωμένη αγγειΐτιδα κυρίως των μικρών εγκεφαλικών αρτηριών και των λεπτομηνίγγων παρουσιάζονται τυπικά με αιφνίδια κεφαλαλγία, εξασθένηση της αναγνώρισης και διακυμάνσεις του επιπέδου συνείδησης. Οι κεφαλαλγίες μπορεί να είναι ήπιες ή έντονες και υφίενται κατά διαστήματα.
*Αφασία
*Απώλεια μνήμης
*Αταξία
*Εγκεφαλικά επεισόδια
*Διαταραχές συμπεριφοράς
*Εστιακή ή σφαιρική νευρολογική δυσλειτουργία
*Εστιακές κινητικές/αισθητικές διαταραχές
*Κρανιακές νευροπάθειες (ιδιαίτερα των VI και VII νεύρων)
*Κώμα
*Λεκτικός περιορισμός
*Μυελοπάθεια
*Οπτικές διαταραχές
*Πάρεση. Η PACNS μπορεί να εκδηλωθεί με παραπάρεση λόγω μυελοπάθειας συνεπεία αρτηρίτιδας του νωτιαίου μυελού. Η εκδήλωση αυτή σπάνια είναι η μοναδική αρχική εκδήλωση της PACNS, αλλά συχνότερα συνδέεται με κεφαλαλγία και σπασμούς.
*Ριζοπάθεια
*Σύγχυση
*Σπασμοί (λιγότερο συχνά)
*Αλλοιώσεις μάζας. Έως 15% των ασθενών παρουσιάζονται με κλινικά και νευροακτινολογικά σημεία ενδεγκεφαλικής χωροκατακτητικής αλλοίωσης, υποδυόμενης χαμηλού βαθμού γλοίωμα.
*Άτυπη πολλαπλή σκλήρυνση
*Κεφαλαλγίες
*Εστιακές και διάχυτες εκδηλώσεις
*Οίδημα οπτικής θηλής
*Αιμορραγία ΚΝΣ. Έως 11% των ασθενών με PACNS παρουσιάζεται με ενδεγκεφαλική ή, λιγότερο συχνά, υπαραχνοειδή ή υποσκληρίδια αιμορραγία. Η αιμορραγία είναι πιθανώς αποτέλεσμα λέπτυνσης και ρήξης του τοιχώματος ή σχηματισμού ανευρύσματος των προσβληθέντων αιμοφόρων αγγείων. Μπορεί ακόμα να οφείλεται σε εναποθέσεις αμυλοειδούς, οι οποίες έχουν ανευρεθεί στα αιμοφόρα εγκεφαλικά αγγεία ηλικιωμένων ασθενών με PACNS, και συνδέεται πολύ συχνά με λεμφοϋπερπλαστικά νοσήματα.
Συστηματικές εκδηλώσεις:
*Πυρετός, απώλεια βάρους και κακουχία(≤15% των ασθενών)
*Μυαλγίες, αρθραλγίες/αρθρίτιδα (ενίοτε)
Δεν υπάρχει ειδική αιματολογική εργαστηριακή εξέταση που να θέτει ή να αποκλείει τη διάγνωση της PACNS. Ο εργαστηριακός έλεγχος στόχο έχει τον αποκλεισμό παθολογικών καταστάσεων που σχετίζονται με προσβολή των αγγείων του ΚΝΣ, όπως λοιμώξεων ή φλεγμονωδών καταστάσεων. Οι πρωτεΐνες οξείας φάσεως φλεγμονής είναι συνήθως φυσιολογικές. Δεν ανιχνεύεται ρευματοειδής παράγοντας ή αυτοαντισώματα. Οι τιμές των επιπέδων των ανοσοσφαιρινών και των πλασμάτων του συμπληρώματος βρίσκονται σε φυσιολογικά όρια. Δεν ανιχνεύεται η παρουσία κρυοσφαιρινών ενώ φυσιολογική είναι και η ηλεκτροφόρηση των πρωτεϊνών. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο έχουν οι εργαστηριακές δοκιμασίες για τον αποκλεισμό λοιμώξεων που σχετίζονται με προσβολή του ΚΝΣ όπως σύφιλη, φυματίωση, ηπατίτιδα Β και C, ιός της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας του ανθρώπου, της Borrelia burgdorferi, κυτταρομεγαλοϊός, ιός ανεμοβλογιάς-έρπητα, κ.ά.
Η ανάλυση του ΕΝΥ (εγκεφαλονωτιαίου υγρού) είναι επιβεβλημένη και έχει ως κεντρικό ρόλο, τον αποκλεισμό υπαραχνοειδούς αιμορραγίας καθώς και φλεγμονωδών ή νεοπλασματικών καταστάσεων που προσβάλλουν τις μήνιγγες. Στο 80-90% των ασθενών με επιβεβαιωμένη PACNS αναφέρθηκαν παθολογικά, μη ειδικά ευρήματα. Τυπικά ευρήματα περιλαμβάνουν: άσηπτη μηνιγγίτιδα με μέτρια λεμφοκυτταρική πλειοκύττωση, φυσιολογική γλυκόζη, αυξημένη συγκέντρωση πρωτεϊνών και ενίοτε παρουσία ολιγοκλωνικών ζωνών και αυξημένης σύνθεσης IgG. Σημαντική είναι η αναζήτηση λοιμώδους παράγοντα και η κυτταρολογική ανάλυση του ΕΝΥ για αποκλεισμό μεταστατικής μηνιγγικής νόσου.
Τα συνηθέστερα ευρήματα από τον αγγειογραφικό έλεγχο στους ασθενείς με PACNS αποτελούν οι
στενώσεις και οι διατάσεις των ενδοκράνιων αγγείων, που μπορεί να είναι ομαλές ή ανώμαλες, εμφανίζονται τυπικά αμφοτερόπλευρα και αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως "beading" (δίκην κομπολογιού). Ακολουθούν οι πολλαπλές αποφρακτικές βλάβες και οι έκκεντρης ή περιμετρικής κατανομής ανωμαλίες των αγγείων καθώς και η απεικόνιση βλαβών που θυμίζουν την παρουσία μάζας. Ωστόσο και οι βλάβες δίκην κομπολογιού δεν είναι ειδικές. Εμφανίζονται και σε διαταραχές εκτός αγγειίτιδας όπως: αθηρoσκληρυντική νόσο, αγγειόσπασμο, λοιμώξεις, κακοήθειες, ακτινική αγγειοπάθεια. Η ειδικότητα της αγγειογραφίας ανέρχεται σε 30% και καθιστά την εκτίμηση όλων των ευρημάτων απαραίτητη για τη διάγνωση και τη βιοψία εγκεφάλου συχνά αναγκαία.  Ως προς την ευαισθησία, η ικανότητα της αγγειογραφίας εγκεφάλου είναι πολύ περιορισμένη σε αγγεία διαμέτρου μικρότερης από 500 μm, με αποτέλεσμα η νόσος να μην είναι αγγειογραφικά ανιχνεύσιμη όταν περιορίζεται στα μικρά αγγεία. Σε ασθενείς με βιοψιακά διαπιστωμένη PACNS η ευαισθησία εκτιμάται από 30 έως 60% σε διάφορες μελέτες.
Η MRI- μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου έχει ευαισθησία 90-97% σε περιστατικά με PACNS, χωρίς ωστόσο να έχει ικανοποιητική ειδικότητα. Τυπικά απεικονίζονται βλάβες στην υποφλοιώδη λευκή ουσία, στην εν τω βάθει λευκή ή/και φαιά ουσία ή/και στο φλοιό, συχνότερα με τη μορφή εμφράκτων, συχνά πολλαπλών, που αφορούν περιοχές κατανομής αρτηρίας ή κλάδων της. Βλάβες νωτιαίου μυελού αφορούν έμφρακτα μπορεί να εμφανισθούν σε μορφή που επηρεάζει τα μικρά αγγεία, όπου σε αυτήν την περίπτωση η αγγειογραφία μπορεί να είναι φυσιολογική. Οι βλάβες που εμφανίζονται υπέρπυκνες σε T2 και Flair ακολουθίες, είναι μη ειδικές και πρέπει να διαφοροδιαγνωσθούν από σειρά παθολογικών καταστάσεων. Ογκόμορφες βλάβες εμφανίζονται σε ποσοστό 5%. Πρόσληψη των λεπτομηνίγγων συναντάται στο 8% και πρέπει να αποτελεί στόχο για βιοψία. Η μαγνητική αγγειογραφία έχει περιορισμένη ευαισθησία( αποκλείει διαταραχές των μεγάλων ενδοκράνιων αγγείων). Στη διάγνωση της προσβολής του εγκεφάλου από τη νόσο μπορεί να
προσφέρει η magnetic resonance spectrum (φασματοσκοπία) δείχνοντας μείωση της συγκέντρωσης N-acetyl-aspartate στις περιοχές της βλάβης. Στη διάγνωση μπορεί να συμβάλλει επίσης και η υψηλής ανάλυσης MRI, προσφέροντας πληροφορίες για τη δομή του τοιχώματος των ενδοκράνιων αγγείων. 
Η βιοψία των λεπτομηνίγγων και του εγκεφαλικού παρεγχύματος θεωρείται η περισσότερο αξιόπιστη διαγνωστική μέθοδος στην αποκάλυψη των ασθενών με PACNS. Παθολογοανατομικά η προσβολή του εγκεφαλικού παρεγχύματος χαρακτηρίζεται από την παρουσία γιγαντοκυττάρων τύπου αντίδρασης στην παρουσία ξένου σώματος ή τύπου Langerhans καθώς και νεκρωτικής ή λεμφοκυτταρικής αγγειίτιδας. Στην περίπτωση προσβολής των μικρού μεγέθους αγγείων του εγκεφαλικού φλοιού και των λεπτομηνίγγων η PACNS φέρει το όνομα της κοκκιωματώδους αγγειίτιδας του ΚΝΣ. Η τυπική εικόνα της κοκκιωματώδους αγγειίτιδας του ΚΝΣ βρίσκεται σε ποσοστό εγκεφάλου ≤50%. Η αρνητική βιοψία του εγκεφάλου δεν αποκλείει τη διάγνωση της PACNS λόγω του ότι η βλάβη των αγγείων είναι τμηματική και εστιακή και το δείγμα πιθανόν να μην έχει ληφθεί από περιοχή βλάβης. Η αξιοπιστία της ιστολογικής εξέταση αυξάνει όταν η βιοψία γίνει από περιοχές με ευρήματα από τον απεικονιστικό έλεγχο. Σε απουσία τέτοιων ευρημάτων η βιοψία γίνεται συνηθέστερα από τον κροταφικό λοβό του μη επικρατούντος εγκεφαλικού ημισφαιρίου.
Η σκέψη της PACNS πρέπει να μπαίνει σε ασθενείς με χρόνια μηνιγγίτιδα, υποτροπιάζοντα εστιακά νευρολογικά συμπτώματα και ανεξήγητες διάχυτες νευρολογικές ανωμαλίες ή διαταραχές του νωτιαίου μυελού μη συνδεόμενες με συστηματική νόσο ή άλλη διαδικασία. Η διάγνωση βασίζεται στα ευρήματα από το ΕΝΥ, την MRI και την αγγειογραφία του εγκεφάλου και επιβεβαιώνεται με την βιοψία του εγκεφαλικού φλοιού και των λεπτομηνίγγων. Οι ασθενείς που παρουσιάζονται με δυσλειτουργία του ΚΝΣ συνδεόμενη με πυρετό, συστηματικά συμπτώματα, ενδείξεις προσβολής άλλων οργανικών συστημάτων και αύξηση της ΤΚΕ ή άλλες εργαστηριακές διαταραχές πιθανότατα δεν έχουν PACNS. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να εκτιμώνται για συστηματικά νοσήματα τα οποία συνδέονται με ή υποδύονται αγγειΐτιδα του ΚΝΣ. Η PACNS πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από καταστάσεις όπως:
1. Λοιμώξεις όπως: σύφιλη, φυματίωση, ηπατίτιδα Β και C, ιός της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας του ανθρώπου, της Borrelia burgdorferi, κυτταρομεγαλοϊός, ιός ανεμοβλογιάς-έρπητα, κ.ά.
2. Αγγειίτιδες: οζώδης πολυαρτηριίτιδα, ΑΝCΑ σχετιζόμενες αγγειίτιδες όπως η μικροσκοπική πολυαγγειίτιδα και η κοκκιωμάτωση Wegener, η νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet και άλλες συστηματικές
παθήσεις όπως συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σύνδρομο αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων, σύνδρομο Sjogren, κρυοσφαιριναιμική αγγειίτιδα.
3. Πολλαπλή σκλήρυνση, ADEM.
3. Εμβολή: λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα ή αθηρoσκληρυντική νόσο
6. Κακοήθειες όπως πρωτοπαθές ενδοαγγειακό λέμφωμα ΚΝΣ, εγκεφαλική γλοιωμάτωση.
7. Διαχωριστικό ανεύρυσμα εγκεφαλικών αγγείων.
8. Σαρκοείδωση: στο 5% των ασθενών η νόσος συνοδεύεται από κοκκιωματώδεις μάζες του εγκεφάλου καθώς και από εγκεφαλοπάθεια ή προσβολή των μηνίγγων.
9. Νόσο CADASIL, γενετική πάθηση χαρακτηριζόμενη από ημικρανία, ισχαιμικά αγγειακά εγκεφαλικά και άνοια.
10. Το σύνδρομο Susac: απόφραξη αμφιβληστροειδικών αρτηριών- απώλεια όρασης, αισθητικονευρική απώλεια ακοής και υποξεία εγκεφαλοπάθεια.
10.Τη μιτοχονδριακή εγκεφαλομυοπάθεια με επεισόδια που θυμίζουν ΑΕΕ, σπασμούς ή άνοια (MELAS).
11.Το σύνδρομο αγγειοπάθειας του εγκεφαλικών και αμφιβληστροειδικών αγγείων που οδηγεί σε ΑΕΕ και άνοια.
Ιδιαίτερη κλινική σημασία έχει η διαφοροποίηση της PACNS  από τα σύνδρομα αναστρέψιμου σπασμού των εγκεφαλικών αγγείων [reversible cerebral vasoconstriction syndromes (RCVS)] και τη νόσο Moyamoya. Τα σύνδρομα αναστρέψιμου σπασμού των εγκεφαλικών αγγείων χαρακτηρίζονται από επίμονο αναστρέψιμο σπασμό των αγγείων, με οξείας έναρξης, υποτροπιάζοντα για ημέρες ή εβδομάδες, έντονο πονοκέφαλο, ο οποίος πιθανόν να συνοδεύεται από νευρολογικές εκδηλώσεις όπως διαταραχή των γνωσιακών λειτουργιών ή επίμονο νευρολογικό έλλειμμα. Στα σύνδρομα αυτά περιλαμβάνονται μια σειρά καταστάσεις όπως: η φαρμακογενής αγγειοπάθεια, η αγγειοπάθεια μετά από τοκετό, ο ημικρανικού τύπου αγγειόσπασμος ή ημικρανική αγγειίτιδα και το σύνδρομο Call-Fleming. Δεν εμφανίζουν πάντοτε ευνοϊκή πορεία καθότι πιθανόν να συνοδεύονται από ΑΕΕ ή/και αιμορραγία στον εγκεφαλικό φλοιό ή/και υπαραχνοειδή αιμορραγία. Σε επανάληψη του αγγειογραφικού ελέγχου λίγες εβδομάδες μετά τον αρχικό έλεγχο, υποχώρηση των ευρημάτων συνηγορεί υπέρ της παρουσίας των συνδρόμων αυτών. Στη διαφοροποίηση της PACNS από το RCVS η υψηλής ανάλυσης μαγνητική τομογραφία μπορεί να καταδείξει πρόσληψη σκιαγραφικού από το τοίχωμα των προσβεβλημένων αγγείων, με την ενίσχυση του σήματος στο τοίχωμα των αγγείων της βλάβης να παρατηρείται μόνον στους ασθενείς με PACNS .
Η νόσος Moyamoya εμφανίζει σημαντική ομοιότητα με την PACNS στις κλινικές εκδηλώσεις, τα ευρήματα από την MRI και το ΕΝΥ. Στην αγγειογραφία χαρακτηριστική είναι η ανάπτυξη παράπλευρου δικτύου γύρω από τις μεγάλες αρτηρίες του κύκλου του Willis, καθώς και η ανάπτυξη παράπλευρης κυκλοφορίας μέσω των φακοραβδωτών αρτηριών, η διάταση των αρτηριών των λεπτομηνίγγων καθώς και οι πολλαπλές αναστομώσεις οι οποίες τροφοδοτούνται από την οφθαλμική αρτηρία, την έξω καρωτίδα, τις σπονδυλικές και τις οπίσθιες εγκεφαλικές αρτηρίες.
Αρχικά, η PACNS είχε κακή πρόγνωση και η διάρκεια της επιβίωσης κυμαινόταν από 1 ημέρα έως 9.5 μήνες (μέσος όρος 45 ημέρες). Με την χρήση των ανοσοκατασταλτικών η θνητότητα έχει μειωθεί ≤10% και μόνο 20-30% των ασθενών αποκτά σοβαρή αναπηρία. Η θεραπεία, εάν εφαρμοσθεί έγκαιρα, μπορεί να αναστρέψει και, σε ασθενείς με μακροχρόνια συμπτώματα, να σταθεροποιήσει τις αγγειογραφικές ανωμαλίες.Η PACNS απαιτεί άμεση αντιμετώπιση με ισχυρή ανοσοκατασταλτική θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό πιθανόν με κυκλοφωσφαμίδη). Η χορήγηση των κορτικοστεροειδών ανάλογα με τη βαρύτητα των εκδηλώσεων μπορεί να γίνει με ενδοφλέβιες ώσεις μεθυλπρεδνιζολόνης (συνηθέστερα 15 mg/kg ΒΣ /24ωρο για τρείς διαδοχικές ημέρες) ή από το στόμα 1-2 mg/kg ΒΣ πρεδνιζολόνης/24ωρο. Η κυκλοφωσφαμίδη θα χορηγηθεί σε ασθενείς με σοβαρές εκδηλώσεις με τη μορφή ενδοφλεβίων ώσεων 600-750 mg/m2 το μήνα για 6 διαδοχικούς συνήθως μήνες ή από το στόμα 1,5-2 mg/kg ΒΣ. Η διάρκεια της χορήγησης της κυκλοφωσφαμίδης είναι συνήθως 3-6 μήνες, ανάλογα με την πορεία της νόσου. Μετά την υποχώρηση των σοβαρών εκδηλώσεων της νόσου, για διατήρηση ύφεσης μπορεί να αντικατασταθεί από άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως αζαθειοπρίνη 2 mg/kg ΒΣ ή mycophenolate mofetil αρχικά των 1000 mg και στη συνέχεια 2000 mg την ημέρα από το στόμα. Η μεθοτρεξάτη προσφέρεται επίσης. Η χορήγησή της με κορτικοστεροειδή σε ομάδα ασθενών συνοδεύτηκε απόύφεση της νόσου ένα τρίμηνο μετά την έναρξη της θεραπείας, η οποία διατηρήθηκε σε διετή παρακολούθηση. Φαίνεται ότι χορήγηση συνδυασμού κορτικοστεροειδών και κυκλοφωσφαμίδης πλεονεκτεί έναντι χορήγησης μόνον κορτικοστεροειδών στην αντιμετώπιση των σοβαρών εκδηλώσεων της νόσου. Επίσης, χορήγηση μόνον κορτικοστεροειδών σχετίστηκε με υψηλό ποσοστό υποτροπών. Σε δυο ασθενείς με σοβαρές εκδηλώσεις, ανθεκτικές στη χορήγηση συνδυασμού κορτικοστεροειδών και κυκλοφωσφαμίδης, αναφέρθηκε ανταπόκριση στη χορήγηση αντι-TNF-a. Στον πρώτο ασθενή χορηγήθηκε infliximab (5 mg/kg ΒΣ ενδοφλεβίως) ενώ στον δεύτερο etanercept (25 mg δύο φορές την εβδομάδα υποδορίως). Αναφέρθηκε επίσης η επιτυχής χορήγηση infliximab σε έναν ασθενή στον οποίον ήταν αδύνατη η διατήρηση της ύφεσης της νόσου με τη χορήγηση ανοσοκατασταλτικής θεραπείας.

Βιβλιογραφία:
1. Calabrese LH, Duna GF, Lie JT. "Vasculitis in the central nervous system.", Arthritis Rheum 1997; 40:1189.
2. Younger DS. "Vasculitis of the nervous system.", Curr Opin Neurol 2004; 17: 317.
3. Calabrese LH, Mallek JA. "Primary angiitis of the central nervous system. Report of 8 new cases, review of the literature, and proposal for diagnostic criteria." Medicine (Baltimore) 1988; 67:20.
4. Carlo Salvarani, Robert D. Brown Jr, Kenneth T. Calamia, "Primary central nervous system vasculitis: analysis of 101 patients.", Ann Neurol. 2007 Nov;62(5):442-51.
5. Ελένη Μαυράκη, Χριστίνα Αγγελοπούλου, Νικόλαος Γαλανόπουλος, Σωτήριος Λαμπρακόπουλος. "Πρωτοπαθής αγγειίτιδα κεντρικού νευρικού συστήματος -Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας", Νευρολογία 22: 3-2013, 20-26.
6. A Neel, C Pagnoux, "Primary angiitis of the central nervous system." - Clinical & Experimental Rheumatology, 2009.
7. HU Rehman, "Primary angiitis of the central nervous system."- Journal of the Royal Society of Medicine, 2000.
8. Calabrese LH,  Furlan AJ,  Gragg LA,  Ropos TJ, "Primary angiitis of the central nervous system: diagnostic criteria and clinical approach.", Cleveland Clinic Journal of Medicine [01 May 1992, 59(3):293-306] 
9. LH Calabrese, LA Gragg, AJ Furlan, "Benign angiopathy: a distinct subset of angiographically defined primary angiitis of the central nervous system." - The Journal of Rheumatology [01 Dec 1993, 20(12):2046-2050]
10. A Alrawi, JD Trobe, M Blaivas, DC Musch, "Brain biopsy in primary angiitis of the central nervous system." - Neurology, September 01, 1999; 53 (4).