Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΟΙΩΜΑ ΟΠΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΟΥ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΟΙΩΜΑ ΟΠΤΙΚΟΥ ΝΕΥΡΟΥ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γλοίωμα Οπτικού Νεύρου.

Είναι όγκοι που προέρχονται από το ίδιο το Οπτικό Νεύρο. Αφορούν συνήθως τα παιδιά (είναι σπάνια σε άτομα ηλικίας άνω των 20) και χαρακτηρίζονται από αργή ανάπτυξη. Περίπου το 30% των ασθενών συνδέονται με νευροϊνωμάτωση τύπου 1 (νόσος Von Recklinghausen, NF1) και είναι αυτοί που έχουν την καλύτερη πρόγνωση. Κακοήθη γλοιώματα (γλοιοβλάστωμα) είναι σπάνια και σχεδόν πάντα συμβαίνουν σε ενήλικες άνδρες με πολύ κακή πρόγνωση και σχεδόν βέβαιο θάνατο μέσα σε ένα χρόνο. Τα γλοιώματα του Οπτικού νεύρου αποτελούν περίπου το 1% όλων των ενδοκρανιακών όγκων.
Περίπου το 10% των  όγκων αυτών  βρίσκονται μέσα σε ένα από τα δύο οπτικά νεύρα και μπορεί να αφορούν μόνο τον κόγχο- αποτελούν το 3% των όγκων του κόγχου. Το ένα τρίτο των όγκων περιλαμβάνει τόσο οπτικό νεύρο όσο και το οπτικό χίασμα, ένα ακόμη τρίτο αφορούν κυρίως το ίδιο το οπτικό χίασμα, και ένα τέταρτο είναι κυρίως στον υποθάλαμο. 5% είναι πολυεστιακά. 
Έχουν μέσο όρο ηλικίας εμφάνισης τα 2 – 6 έτη και μικρή προτίμηση στα κορίτσια. Το 75% των ασθενών με γλοιώματα του Οπτικού νεύρου έχουν γίνει συμπτωματικοί στην πρώτη δεκαετία της ζωής τους, και το 90% κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής τους.
Παθολογοανατομικά χαρακτηρίζονται σαν πιλοκυτταρικά αστροκυττώματα ( υπάρχει όμως και η σπανιώτατη κακοήθης μορφή που εμφανίζεται σε ενήλικες σαν γλοιοβλάστωμα). Ενδεχομένως να εμπεριέχει μικροκύστεις ή αποτιτανώσεις. Υπάρχει σημαντική σχέση του γλοιώματος με την νευροϊνωμάτωση (το 12 έως 38% των πασχόντων από γλοίωμα του ΟΝ πάσχουν και από νόσο του Recklinghausen). Έχουν μεμονωμένα περιγραφεί και άλλων μορφών γλοιώματα (κακοήθη αστροκυττώματα, ολιγοδενδρογλοιώματα κλπ). 
 Η κλινική τους εικόνα χαρακτηρίζεται από:
*Άλλοτε άλλη μείωση της όρασης με ποικιλομορφία ελλειμμάτων στα οπτικά πεδία, συνήθως ετερόπλευρη, που στα πολύ μικρά παιδιά εμφανίζεται με τη μορφή στραβισμού ή νυσταγμού.
*Ποικίλη εικόνα της οπτικής θηλής, ατροφία ή ελαφρό οίδημα, ενίοτε και Foster – Kennedy, φλεβική στάση ή και προβολή του όγκου στην οπτική θηλή σαν φαιόχρους ή γριζωπή μάζα, ακόμη και υπέγερση ή πτύχωση του παρακείμενου αμφιβλ/δούς. 
*Πρόπτωση του βολβού, ανώδυνη, μετρίου βαθμού, άσφυγμη, συνήθως χωρίς παρεκτόπιση, ειδικά στην ενδοκογχική επέκταση του όγκου. Σπανιότατα προσβολή της κινητικότητας του βολβού και τούτο λόγω μηχανικής πίεσης των εξωφθαλμίων μυών.
*Συμπτώματα αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης (οίδημα έως ατροφία της οπτικής θηλής, νυσταγμός, έμετοι, σπασμοί, κεφαλαλγία, λήθαργος). Εστιακά νευρολογικά ελλείμματα και υδροκέφαλος εμφανίζονται από παραμόρφωση του μεσεγκεφάλου. Συμμετοχή του υποθαλάμου μπορεί να οδηγήσει σε πολυουρία / πολυδιψία.
Η MRI είναι η καλύτερη μέθοδος για την διάγνωση και την αξιολόγηση της επέκτασης του όγκου.
Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει πολλές φλεγμονώδεις, αγγειακές ή νεοπλασματικές διεργασίες, κυρίως το ραβδομυοσάρκωμα, οξεία ηθμοειδίτιδα, θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια, αιμορραγία του κόγχου, άλλα νεοπλάσματα και κυριότερα το μηνιγγίωμα.
Η πρόγνωση, που γενικά είναι καλή, ποικίλει ανάλογα με την εντόπιση. Ο αμιγώς ενδοκογχικός όγκος έχει καλή πρόγνωση, ενώ ο ενδοκρανιακός οδηγεί συχνά σε θάνατο.
Η θεραπεία συνίσταται σε: α) απλή παρακολούθηση, όταν δεν απειλείται η όραση, ο βολβός ή ο εγκέφαλος (έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις αυτόματης υποχώρησης ή στασιμότητας), β) χειρουργική αφαίρεση, που μπορεί να είναι τμηματική αφαίρεση του όγκου έως ολική αφαίρεση του οπτικού νεύρου. Η ολική αφαίρεση του όγκου συχνά είναι αδύνατη, ωστόσο σημαντική για την διατήρηση της όρασης και της ζωής είναι έστω και η τμηματική αφαίρεσή του. Παρ’ όλ’ αυτά ο όγκος μπορεί και να υποτροπιάσει. γ) Η ακτινοβολία μετρίως βοηθά, ωστόσο γίνεται μετά την χειρουργική αφαίρεση, για την αποφυγή των υποτροπών και σαν τελευταία λύση επί ανεγχείρητων περιπτώσεων. δ) Με την ίδια φιλοσοφία δοκιμάζονται και χημειοθεραπευτικά σχήματα.

Βιβλιογραφία:

Γλοίωμα Οπτικού Νεύρου.

Τα γλοιώματα του οπτικού νεύρου  είναι σχετικά σπάνιοι όγκοι, με ποικίλη κλινική πορεία και συχνά εμφανίζονται στα πλαίσια της Νευροϊνωμάτωσης τύπου Ι  (NF1 ή νόσος von Recklinghausen ).
Τα γλοιώματα της οπτικής οδού αποτελούν το 4% των όγκων της παιδικής ηλικίας. Σε 20-50% αυτών παρατηρείται σχέση με τη νόσο von Recklinghausen. Ταξινομούνται σε α) γλοιώματα των οπτικών νεύρων, β) του οπτικού χιάσματος και γ) του οπτικού χιάσματος με επέκταση στην 3η κοιλία. Ιστολογικά είναι στην πλειοψηφία τους πιλοκυτταρικά αστροκυτώματα αλλά η συμπεριφορά τους ποικίλει. Αν και πολλά από αυτά συμπεριφέρονται σαν αμαρτώματα, παραμένοντας αμετάβλητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, άλλα εξελίσσονται ταχύτατα. Ωστόσο, έχει αναφερθεί και αυτόματη υποστροφή αυτών των όγκων. Στους ενήλικες, γλοιώματα του οπτικού νεύρου μπορούν επίσης να εμφανιστούν, αλλά είναι πολύ σπάνια και συνήθως πολύ επιθετικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καμία συσχέτιση με νόσο von Recklinghausen δεν έχει βρεθεί.  
Το πιο συχνό σύμπτωμα όλων είναι η μείωση της οπτικής οξύτητας με εξαίρεση τους όγκους του οπτικού νεύρου όπου επικρατεί ο εξόφθαλμος. Η μειωμένη όραση (63%) είναι συνήθως εμφανής και τεκμηριώνεται με εξέταση του οπτικού πεδίου. Τα γλοιώματα που επεκτείνονται στην 3η κοιλία μπορούν να εκδηλωθούν με υδροκέφαλο, αταξία, καθυστέρηση της ανάπτυξης και πρώιμη ήβη. Άλλες εκδηλώσεις της νόσου αποτελούν η ατροφία των οπτικών νεύρων, ο στραβισμός και ο νυσταγμός. Τελικά αναλόγως του ρυθμού ανάπτυξης του όγκου, θα εμφανιστούν συμπτώματα χωροκατακτητικής δράσης, συμπεριλαμβανομένων των συμπτωμάτων της αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης, εστιακά νευρολογικά ελλείμματα και υδροκέφαλος. Συμμετοχή του υποθαλάμου μπορεί να οδηγήσει σε πολυουρία/πολυδιψία.
Οι ακτινογραφίες δεν έχουν πλέον κανένα πραγματικό ρόλο στη διάγνωση των γλοιωμάτων του οπτικού, ωστόσο, μπορούν να δείξουν διεύρυνση του οπτικού τρήματος. Η αξονική τομογραφία-CT αν και είναι συχνά η πρώτη απεικόνιση που πραγματοποιείται δεν είναι τόσο ευαίσθητη όπως η μαγνητική τομογραφία- MRI. Τα γλοιώματα της οπτικής οδού παρουσιάζουν χαμηλό σήμα στις Τ1 ακολουθίες της MRI και υψηλό στις Τ2 ενώ με την χορήγηση γαδολινίου εμφανίζουν ενίσχυση του σήματος στις Τ1 ακολουθίες.
Οι όγκοι αυτοί επιδεικνύουν ποικίλη κλινική και ακτινολογική εξέλιξη. Σε ασθενείς με NF1 δεν είναι ασυνήθιστο αυτοί οι όγκοι να είναι ήρεμοι, με μικρή εξέλιξη να μπορεί να καταδειχθεί απεικονιστικά σε έναν σημαντικό αριθμό χρόνων. Σε άλλες περιπτώσεις, οι όγκοι είναι πιο επιθετικοί με επέκταση κατά μήκος της οπτικής οδού.
Ως εκ τούτου, οι επιλογές θεραπείας εξαρτώνται από την κλινική κατάσταση του ασθενούς, καθώς και τη θέση του όγκου. Αν είναι απομονωμένος σε ένα οπτικό νεύρο, και δεν επεκτείνεται στο χίασμα, τότε η εκτομή (έστω και με απώλεια της όρασης σε αυτό το μάτι) έχει ένδειξη. Εάν ο όγκος εκτείνεται στο χίασμα ή πιο πίσω, τότε η ολική εκτομή δεν είναι δυνατή, και προορίζεται μόνο για την μείωση της χωροκατακτητικής δράσης του όγκου. Ειδικά για τους ασθενείς με νευροϊνωμάτωση δεν προτιμάται η χειρουργική εξαίρεση διότι εμφανίζουν υψηλά ποσοστά υποτροπής. Τα νεότερα χημειοθεραπευτικά σχήματα φαίνεται να καθυστερούν ή ακόμη και να αποτρέπουν την ανάγκη χρήσης των άλλων θεραπευτικών επιλογών οι οποίες ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνων απώτερων παρενεργειών. Σχετικά με τη ακτινοθεραπεία, ενώ υπάρχουν αναφορές για θετικά αποτελέσματα με τη χρήση στερεοτακτικής ακτινοθεραπείας (γ-knife) και βραχυθεραπείας, πιο διαδεδομένη είναι η χρήση εξωτερικής δέσμης ακτινοβολίας. (Συνήθης δόση: 45-56 Gy).