Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΤΡΟΚΥΤΩΜΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΤΡΟΚΥΤΩΜΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αστροκύττωμα με μετάλλαξη στο γονίδιο της ισοκυτταρικής αφυδρογονάσης (IDH).




Αστροκύττωμα με Μετάλλαξη IDH (Astrocytoma, IDH-mutant): Σύγχρονη Μοριακή Ταξινόμηση και Θεραπευτικές Εξελίξεις.

Εισαγωγή.

Το αστροκύττωμα με μετάλλαξη IDH (Astrocytoma, IDH-mutant) αποτελεί έναν από τους πιο συχνούς πρωτοπαθείς διηθητικούς όγκους του εγκεφάλου στους ενήλικες, προερχόμενο από τα αστροκύτταρα και φέρει μετάλλαξη στο γονίδιο της ισοκυτταρικής αφυδρογονάσης (IDH).

Σύμφωνα με την πρόσφατη ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) για τους όγκους του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), ο όρος αυτός ορίζει πλέον μια διακριτή μοριακή οντότητα. Η διάγνωσή του βασίζεται υποχρεωτικά στην ύπαρξη μετάλλαξης στα γονίδια IDH1 ή IDH2, σε συνδυασμό με την απουσία της συν-έλλειψης των χρωμοσωμικών βραχιόνων 1p/19q.

Η συγκεκριμένη γενετική υπογραφή διαχωρίζει ριζικά αυτά τα αστροκυττώματα από το εξαιρετικά επιθετικό γλοιοβλάστωμα (IDH-wildtype), προσφέροντας στους ασθενείς μια σημαντικά καλύτερη πρόγνωση και πιο προβλέψιμη ανταπόκριση στις ογκολογικές θεραπείες.

Η Νέα Ταξινόμηση Κατά WHO (Grades 2 έως 4).

Η σύγχρονη νευροογκολογία έχει εγκαταλείψει τους παλαιότερους όρους όπως «διάχυτο» ή «αναπλαστικό» αστροκύττωμα. Πλέον, όλα τα IDH-mutant αστροκυττώματα ενοποιούνται κάτω από την ίδια ονομασία και ταξινομούνται σε τρεις βαθμούς κακοήθειας (CNS Grades 2, 3 και 4) με βάση ιστολογικά και μοριακά κριτήρια:

-CNS Grade 2 (Χαμηλής Κακοήθειας): Χαρακτηρίζεται από καλά διαφοροποιημένα κύτταρα και χαμηλό μιτωτικό δείκτη, χωρίς ενδείξεις νέκρωσης ή μικροαγγειακής πολλαπλασιαστικής δραστηριότητας. Αναπτύσσεται αργά αλλά διηθεί τον περιβάλλοντα εγκεφαλικό ιστό.

-CNS Grade 3 (Ενδιάμεσης/Υψηλής Κακοήθειας): Παρουσιάζει έντονη κυτταρική αναπλασία και αυξημένη μιτωτική δραστηριότητα, υποδεικνύοντας ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης.

-CNS Grade 4 (Υψηλής Κακοήθειας): Ορίζεται από την παρουσία ιστολογικής νέκρωσης, μικροαγγειακού πολλαπλασιασμού ή την παρουσία μιας συγκεκριμένης γενετικής βλάβης, της ομόζυγης έλλειψης του γονιδίου CDKN2A/B. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί ότι ένα αστροκύττωμα βαθμού 4 με μετάλλαξη IDH δεν θεωρείται πλέον γλοιοβλάστωμα.

Κλινική Εικόνα και Συμπτώματα.

Τα αστροκυττώματα αναπτύσσονται κυρίως στους λοβούς του εγκεφάλου (με ιδιαίτερη προτίμηση στον μετωπιαίο λοβό) νεαρών και μεσών ηλικιών ενηλίκων (διάμεση ηλικία εμφάνισης τα 36-38 έτη). Τα συμπτώματα εκδηλώνονται σταδιακά και περιλαμβάνουν:

-Επιληπτικές Κρίσεις: Αποτελούν την πιο κοινή πρώτη εκδήλωση (σε ποσοστό άνω του 40%), καθώς ο όγκος ερεθίζει τον εγκεφαλικό φλοιό.

-Επίμονες Κεφαλαλγίες: Συχνά εντονότερες κατά τις πρωινές ώρες λόγω σταδιακής αύξησης της ενδοκράνιας πίεσης.

-Γνωστικές και Συμπεριφορικές Αλλαγές: Ήπιες διαταραχές μνήμης, απάθεια ή αλλαγές στην προσωπικότητα.

-Εστιακά Νευρολογικά Ελλείμματα: Αδυναμία στη μία πλευρά του σώματος (ημιπάρεση), μούδιασμα, ή δυσκολία στην ομιλία (αφασία).

Διαγνωστική Προσέγγιση και Μοριακό Προφίλ.

Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση απαιτεί τον συνδυασμό προηγμένης απεικόνισης και πλήρους μοριακού ελέγχου του ιστού που λαμβάνεται μέσω βιοψίας ή χειρουργικής εξαίρεσης.

Μαγνητική Τομογραφία (MRI): Στα χαμηλότερου βαθμού αστροκυττώματα (Grade 2), ο όγκος εμφανίζεται ως μια περιοχή υψηλού σήματος στις ακολουθίες T2/FLAIR χωρίς πρόσληψη σκιαγραφικού. Αντίθετα, στα Grade 4 παρατηρείται συχνά δακτυλιοειδής πρόσληψη σκιαγραφικού με κεντρική νέκρωση.

Μοριακός Έλεγχος: Για την οριστική διάγνωση, ο παθολόγος επιβεβαιώνει τη μετάλλαξη IDH1/2, την απώλεια έκφρασης της πρωτεΐνης ATRX, τη μετάλλαξη του γονιδίου TP53 και, απαραίτητα, την απουσία της συν-έλλειψης 1p/19q (κριτήριο που αποκλείει τη διάγνωση του ολιγοδενδρογλοιώματος).

Σύγχρονες Θεραπευτικές Επιλογές.

Η αντιμετώπιση του IDH-mutant αστροκυττώματος είναι εξατομικευμένη και διεπιστημονική:

Χειρουργική Εξαίρεση: Ο πρωτεύων στόχος είναι η μέγιστη δυνατή ασφαλής αφαίρεση του όγκου (maximal safe resection). Η εκτεταμένη αφαίρεση σχετίζεται άμεσα με την παράταση της επιβίωσης του ασθενούς.

Ακτινοθεραπεία: Εστιασμένη εξωτερική ακτινοβολία εφαρμόζεται μεταχειρουργικά σε όγκους υψηλού βαθμού (Grades 3-4) ή σε ασθενείς με Grade 2 που θεωρούνται υψηλού κινδύνου.

Χημειοθεραπεία: Η τεμοζολομίδη (Temozolomide - TMZ) αποτελεί την κύρια θεραπευτική επιλογή. Ασθενείς που εμφανίζουν μεθυλίωση του υποκινητή του γονιδίου MGMT παρουσιάζουν εξαιρετικά υψηλή ευαισθησία σε αυτό το φάρμακο.

Στοχευμένες Θεραπείες (IDH Αναστολείς): Η εισαγωγή σύγχρονων εκλεκτικών αναστολέων της μεταλλαγμένης πρωτεΐνης IDH αποτελεί μια επαναστατική εξέλιξη, καθυστερώντας σημαντικά την εξέλιξη της νόσου σε όγκους χαμηλού βαθμού.

Πρόγνωση και Επιβίωση.

Η παρουσία της μετάλλαξης IDH προσφέρει μια σαφώς ευνοϊκότερη πρόγνωση συγκριτικά με τα IDH-wildtype γλοιώματα. Η επιβίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον βαθμό κακοήθειας (Grade):

-Για τους βαθμούς Grade 2 και 3, η διάμεση συνολική επιβίωση αγγίζει περίπου τα 9,3 έτη.

-Για τον βαθμό Grade 4, η διάμεση επιβίωση κυμαίνεται γύρω στα 5,9 έτη.

Η θέση εντόπισης, ο μοριακός τύπος, η έγκαιρη διάγνωση και η ορθή αντιμετώπισή τους είναι οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν τόσο τον χρόνο επιβίωσης όσο και την ποιότητα ζωής των πασχόντων.



Διάχυτο Αστροκύττωμα.


Διάχυτο Αστροκύττωμα: Σύγχρονη Ιστοπαθολογική Ταξινόμηση, Μοριακό Προφίλ και Θεραπευτικές Στρατηγικές.

Περίληψη (Abstract).

Το διάχυτο αστροκύττωμα αποτελεί έναν από τους πιο συχνούς πρωτοπαθείς όγκους του κεντρικού νευρικού συστήματος στους ενήλικες. Χαρακτηρίζεται από έντονα διηθητική συμπεριφορά, γεγονός που καθιστά τη σαφή οριοθέτησή του και την πλήρη χειρουργική εξαίρεση εξαιρετικά δυσχερή. Η πρόσφατη ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) άλλαξε ριζικά το τοπίο, ενσωματώνοντας τους μοριακούς και γενετικούς δείκτες -κυρίως την κατάσταση μετάλλαξης των γονιδίων IDH1/2- στην επίσημη σταδιοποίηση και διάγνωση. Η παρούσα ανασκόπηση εξετάζει τις σύγχρονες κατευθυντήριες γραμμές, τη σημασία του μοριακού προφίλ στην πρόγνωση, τις κλινικές εκδηλώσεις και τις τρέχουσες θεραπευτικές προσεγγίσεις, οι οποίες βασίζονται στον συνδυασμό της μέγιστης ασφαλούς χειρουργικής εξαίρεσης, της ακτινοθεραπείας και της χημειοθεραπείας.

1. Εισαγωγή.

Τα αστροκυττώματα προέρχονται από τα αστροκύτταρα, τα οποία αποτελούν υποστηρικτικά νευρογλοιακά κύτταρα του εγκεφάλου. Ο όρος «διάχυτο» αναφέρεται στην τάση των νεοπλασματικών κυττάρων να μετακινήθηκαν και να διηθούν το φυσιολογικό εγκεφαλικό παρέγχυμα σε σημαντική απόσταση από την κύρια εστία του όγκου. Εμφανίζονται συχνότερα σε ενήλικες ηλικίας 20 έως 50 ετών, με προτιμώμενη εντόπιση στα εγκεφαλικά ημισφαίρια (μετωπιαίος και κροταφικός λοβός). Η κατανόηση της βιολογίας τους έχει εξελιχθεί σημαντικά, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την απλή μορφολογική εξέταση (κάτω από το μικροσκόπιο) στην ανάλυση του DNA του όγκου.

2. Μοριακή Ταξινόμηση (Κατευθυντήριες Γραμμές WHO).

Η σύγχρονη νευρο-ογκολογία διαχωρίζει τα διάχυτα αστροκυττώματα με βάση τη γενετική τους ταυτότητα. Ο σημαντικότερος δείκτης είναι η μετάλλαξη στα γονίδια της ισοκιτρικής αφυδρογονάσης 1 και 2 (IDH1 και IDH2).

-IDH-mutant (Μεταλλαγμένο): Αποτελεί το σήμα κατατεθέν του κλασικού διάχυτου αστροκυττώματος των ενηλίκων. Συνδέεται με σημαντικά καλύτερη πρόγνωση και βραδύτερη εξέλιξη της νόσου. Για να επιβεβαιωθεί ως αστροκύττωμα, πρέπει παράλληλα να παρουσιάζει απουσία της συν-απώλειας των χρωμοσωμικών βραχιόνων 1p/19q (διαφορετικά ταξινομείται ως ολιγοδενδρογλίωμα).

-IDH-wildtype (Άγριου τύπου): Στη σύγχρονη ταξινόμηση, οι όγκοι αυτοί, ακόμη και αν εμφανίζονται ιστολογικά ως χαμηλού βαθμού κακοήθειας (Grade 2), συμπεριφέρονται επιθετικά. Συχνά επαναταξινομούνται ή αντιμετωπίζονται ως γλοιοβλαστώματα (Grade 4).

Διαβάθμιση (Grading).

Ανάλογα με τα κυτταρικά χαρακτηριστικά (πυρηνική ατυπία, μιτωτική δραστηριότητα, μικροαγγειακή πολλαπλασιαστικότητα και νέκρωση), τα IDH-mutant αστροκυττώματα κατατάσσονται σε:

-WHO Grade 2: Χαμηλής κακοήθειας, βραδεία ανάπτυξη.

-WHO Grade 3 (Αναπλαστικό): Αυξημένη μιτωτική δραστηριότητα.

-WHO Grade 4: Υψηλής κακοήθειας, με παρουσία νέκρωσης, πολλαπλασιασμού των αγγείων ή ομόζυγης διαγραφής του γονιδίου CDKN2A/B.

3. Κλινική Εικόνα και Διάγνωση.

Λόγω της αρχικά βραδείας ανάπτυξης των όγκων χαμηλού βαθμού, ο εγκέφαλος συχνά προσαρμόζεται, με αποτέλεσμα τα συμπτώματα να εκδηλώνονται σταδιακά:

-Επιληπτικές Κρίσεις: Αποτελούν την πρώτη και συχνότερη εκδήλωση (έως και στο 80% των ασθενών με Grade 2).

-Κεφαλαλγία: Συνήθως αμβλεία, εντεινόμενη το πρωί λόγω αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης.

-Γνωσιακές και Ψυχικές Διαταραχές: Αλλαγές στην προσωπικότητα, προβλήματα μνήμης ή συγκέντρωσης.

-Εστιακά Ελλείμματα: Προοδευτική αδυναμία (πάρεση) στη μία πλευρά του σώματος ή διαταραχές λόγου (αφασία), ανάλογα με την ανατομική εντόπιση.

Η αρχική διάγνωση γίνεται με Μαγνητική Τομογραφία (MRI) και Μαγνητική Φασματοσκοπία (Magnetic Resonance Spectroscopy - MRS) εγκεφάλου. Τα διάχυτα αστροκυττώματα χαμηλού βαθμού εμφανίζονται συνήθως ως υπόπυκνες περιοχές στα σήματα Τ1 και υπέρπυκνες στα σήματα Τ2/FLAIR, χωρίς να προσλαμβάνουν παραμαγνητική ουσία (σκιαγραφικό). Η πρόσληψη σκιαγραφικού συνήθως υποδηλώνει εξαλλαγή σε ανώτερο βαθμό κακοήθειας (Grade 3 ή 4). Σε ένα χαμηλού βαθμού διάχυτο αστροκύτωμα (Grade 2), η τυπική εικόνα στη Φασματοσκοπία περιλαμβάνει την αύξηση του λόγου Χολίνης προς Κρεατίνη (Cho/Cr), την μείωση του λόγου NAA προς Κρεατίνη (NAA/Cr), την απουσία ή τα πολύ χαμηλά επίπεδα Λιπιδίων και Γαλακτικού οξέος, καθώς πρόκειται για όγκο που αναπτύσσεται αργά χωρίς μεγάλες περιοχές νέκρωσης, και τέλος την αύξηση της Μυο-ινοσιτόλης (mI), ενός μεταβολίτη που συχνά είναι αυξημένος στα χαμηλού βαθμού αστροκυττώματα λόγω της ενεργοποίησης των γλοιιακών κυττάρων.

Η τελική διάγνωση σφραγίζεται πάντα με ιστολογική και μοριακή ανάλυση δείγματος από βιοψία ή χειρουργική αφαίρεση.

4. Θεραπευτικές Προσεγγίσεις.

Η αντιμετώπιση είναι εξατομικευμένη και βασίζεται στην ηλικία του ασθενούς, τη γενική του κατάσταση (Karnofsky Performance Status) και τα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου.

Α. Χειρουργική Εξαίρεση (Surgical Resection).

Ο πρωταρχικός στόχος είναι η μέγιστη ασφαλής εξαίρεση (maximal safe resection). Η αφαίρεση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του όγκου μειώνει τη μάζα, ανακουφίζει από τα συμπτώματα, βελτιώνει τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων και καθυστερεί την υποτροπή. Συχνά χρησιμοποιείται διεγχειρητική χαρτογράφηση (intraoperative mapping) με κρανιοτομία σε αφύπνιση (awake craniotomy) για την προστασία των κινητικών και γλωσσικών κέντρων.

Β. Ακτινοθεραπεία (Radiotherapy).

Εφαρμόζεται εστιασμένη εξωτερική ακτινοβολία στην περιοχή του όγκου και στα χειρουργικά όρια. Σε όγκους Grade 2, μπορεί να καθυστερήσει σε νεαρούς ασθενείς με πλήρη χειρουργική εξαίρεση, αλλά είναι απαραίτητη σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (ηλικία >40 ετών ή υπολειμματική νόσος) και σε όγκους Grade 3/4.

Γ. Χημειοθεραπεία (Chemotherapy).

Ο κυριότερος παράγοντας είναι η τεμοζολομίδη (Temozolomide - TMZ), ένα αλκυλιούν φάρμακο που λαμβάνεται από το στόμα, καθώς και το σχήμα PCV (προκαρβαζίνη, CCNU, βινκριστίνη). Η προσθήκη χημειοθεραπείας μετά την ακτινοβολία έχει δείξει σε μεγάλες κλινικές μελέτες ότι παρατείνει σημαντικά τη συνολική επιβίωση των ασθενών.

5. Πρόγνωση και Συμπεράσματα.

Η πρόγνωση των ασθενών με διάχυτο αστροκύττωμα έχει βελτιωθεί χάρη στην ακριβέστερη μοριακή κατηγοριοποίηση και τη σωστή αλληλουχία των θεραπειών. Οι IDH-mutant όγκοι έχουν σαφώς ευνοϊκότερη πορεία, με τη μέση επιβίωση για τους όγκους Grade 2 να ξεπερνά συχνά τα 10-12 έτη. Ωστόσο, η τάση αυτών των όγκων για προοδευτική κακοήθη εξαλλαγή (αναπλαστική μετατροπή) καθιστά απαραίτητη τη συνεχή, μακροχρόνια παρακολούθηση με μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου. Η μελλοντική έρευνα στρέφεται προς τις στοχευμένες θεραπείες, όπως οι αναστολείς του μεταλλαγμένου IDH (π.χ. vorasidenib), οι οποίες υπόσχονται ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην εξέλιξη της νόσου.




Αστροκύττωμα νωτιαίου μυελού.


 

Το αστροκύττωμα νωτιαίου μυελού είναι ένας συνήθως βραδείας ανάπτυξης, διηθητικός, πρωτοπαθής όγκος (συχνά τύπου Ι/ΙΙ) που προέρχεται από τα αστροκύτταρα. Εμφανίζεται συχνότερα σε ενήλικες 20-50 ετών, προκαλώντας πόνο, αδυναμία ή αισθητηριακές διαταραχές. Η θεραπεία περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση, ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία, με την πρόγνωση να εξαρτάται από τον βαθμό κακοήθειας.

Βασικά Χαρακτηριστικά & Συμπτώματα.
     Τύποι: Στο 90% των περιπτώσεων πρόκειται για χαμηλής κακοήθειας (Grade I/II) όγκους (πιλοκυτταρικά ή ινώδη).
    Εντόπιση: Μπορεί να εμφανιστούν οπουδήποτε, με συχνότερη τη θωρακική ή αυχενική μοίρα.
    Συμπτώματα: Πόνος στην πλάτη/λαιμό, μούδιασμα, μυρμήγκιασμα, αδυναμία στα άκρα, δυσκολία στο περπάτημα, και σπανιότερα διαταραχές ελέγχου κύστης/εντέρου.

 Διάγνωση & Θεραπεία.
     Διάγνωση: Η μαγνητική τομογραφία (MRI) είναι η βασική μέθοδος απεικόνισης.
    Χειρουργείο: Στόχος είναι η ασφαλής αφαίρεση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του όγκου. Η ολική αφαίρεση, ειδικά σε πιλοκυτταρικά αστροκυττώματα, μπορεί να οδηγήσει σε ίαση.
    Συμπληρωματικές Θεραπείες: Ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση υπολειπόμενου όγκου ή σε περιπτώσεις υψηλότερης κακοήθειας.

Η παρακολούθηση από εξειδικευμένη ομάδα (νευροχειρουργός, ογκολόγος) είναι απαραίτητη.

Αστροκύτωμα νωτιαίου μυελού.

Τα αστροκυτώματα του Νωτιαίου Μυελού αποτελούν τον δεύτερο πιο κοινό όγκο του νωτιαίου μυελού μετά τα επενδυμώματα, αντιπροσωπεύοντας το 40% όλων των ενδομυελικών όγκων, ανεξαρτήτως ηλικίας των ασθενών. Φτάνουν όμως στο 60% των ενδομυελικών όγκων των παιδιατρικών ασθενών, γεγονός που τους καθιστά ως το πιο κοινό όγκο του νωτιαίου μυελού στα παιδιά. Έχουν μια επίπτωση 0,8 έως 2,5 νέων περιστατικών ανά 100.000 γενικού πληθυσμού, ανά έτος.
Η κορυφή της συχνότητας εμφάνισής τους αφορά στην τρίτη δεκαετία της ζωής, με τη μέση ηλικία των ασθενών να είναι ~ 30 χρόνια. Οι άνδρες επηρεάζονται  πιο συχνά από τις γυναίκες (M:F = 3:2). Υπάρχει μια αυξημένη συχνότητα σε ασθενείς με νευροϊνωμάτωση τύπου 1.
Η πιο κοινή θέση εντόπισής τους είναι η θωρακική (67%), ακολουθούμενη από την αυχενική (49%), αν και ο όγκος μπορεί φυσικά να περιλαμβάνει και τις δύο αυτές περιοχές της σπονδυλικής στήλης. Προσβολή του συνόλου του νωτιαίου μυελού (holocord presentation) μπορεί να συμβεί σπάνια και είναι πιο συχνή στα παιδιά από ότι στους ενήλικες. Προσβολή του μυελικού κώνου παρατηρείται επίσης σπάνια (3%) και η συμμετοχή του τελικού νηματίου είναι ακόμη σπανιότερη (λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή είναι η τυπική θέση των μυξοθηλωδών επενδυμωμάτων). Τα αστροκυτώματα προσβάλλουν συνήθως 4-7 νευροτόμια και προκαλούν διόγκωση του νωτιαίου μυελού στο τμήμα που προσβάλλουν.
Η κλινική τους εικόνα είναι παρόμοια με εκείνη των άλλων ενδομυελικών όγκων με πόνο, αδυναμία και αισθητηριακές διαταραχές. 
Τα περισσότερα αστροκυτώματα του νωτιαίου μυελού είναι χαμηλού βαθμού κακοήθειας που εύκολα διαγιγνώσκονται με απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (MRI). Τα αστροκυτώματα χαμηλού βαθμού (βαθμός 1-2) αποτελούν περίπου το 75-90% του συνόλου των αστροκυτωμάτων που εντοπίζονται στον νωτιαίο μυελό, ενώ τα υψηλής κακοήθειας αστροκυτώματα (βαθμοί 3-4 ) περιλαμβάνουν το ποσοστό που απομένει.
Η χειρουργική τους αφαίρεση είναι συνήθως η θεραπεία επιλογής, ωστόσο λόγω της διηθητικής τους φύσης η εκτομή είναι σχεδόν πάντα ιστολογικά ατελής. Η αξία της ακτινοθεραπείας παραμένει αμφιλεγόμενη, αλλά μπορεί να είναι χρήσιμη για εξαιρετικά επιθετικούς όγκους, υπολειμματικούς όγκους μετά από χειρουργική επέμβαση και σε περιπτώσεις υποτροπής. Η χημειοθεραπεία επίσης δοκιμάζεται.
Τα αστροκυτώματα γενικά αναπτύσσονται ταχύτερα από τα επενδυμώματα και συνήθως έχουν και χειρότερη πρόγνωση. Οι προοπτικές για τους ασθενείς με αστροκυτώματα του νωτιαίου μυελού εξαρτώνται από το βαθμό κακοήθειας του όγκου (Ι-IV), τη διάρκεια των συμπτωμάτων πριν τη διάγνωση, και την χειρουργική του εξαιρεσιμότητα. Σε γενικές γραμμές, οι χαμηλότερης κακοήθειας όγκοι του νωτιαίου μυελού φέρουν μια καλύτερη πρόγνωση και εκείνοι οι όγκοι του νωτιαίου μυελού με υψηλή κακοήθεια έχουν και χειρότερη πρόγνωση. Το συνολικό ποσοστό 5ετούς επιβίωσης για ασθενείς με αστροκύτωμα του νωτιαίου μυελού είναι περίπου 50%. Η 5ετής επιβίωση είναι περίπου 70-90% για τους ασθενείς με όγκους χαμηλής και 30% για αυτούς με όγκους υψηλής κακοήθειας.

Βιβλιογραφία:
1."Spinal Cord Astrocytomas: Presentation, Management and Outcome.", John K. Houten, Paul R. Cooper, Journal of Neuro-Oncology, May 2000, Volume 47, Issue 3, pp 219–224.
2."Malignant astrocytomas of the spinal cord.", Alan R. Cohen, Jeffrey H. Wisoff, Jeffrey C. Allen, Journal of Neurosurgery, January 1989,Vol. 70, No. 1, Pages 50-54.
3."Intramedullary spinal cord tumors: a review of current and future treatment strategies.", Matthew K. Tobin, Joseph R. Geraghty, Herbert H. Engelhard, Neurosurgical Focus, Aug 2015, Vol. 39, No. 2, Page E14.
4."Surgical Outcomes of High-Grade Spinal Cord Gliomas.", Toshitaka Seki, Kazutoshi Hida, Syunsuke Yano, Asian Spine J. 2015 Dec;9(6):935-941. 
5."Intramedullary spinal cord astrocytomas.", Scott P. Sanderson, Paul R. Cooper, Operative Techniques in Neurosurgery, Volume 6, Issue 1, March 2003, Pages 15–23.
6."Spinal cord astrocytoma: pathological and treatment considerations."Kern J. Minehan, Edward G. Shaw,Bernd W. Scheithauer,Journal of Neurosurgery, October 1995, Vol. 83 / No. 4, Pages 590-595.

Γλοίωμα Οπτικού Νεύρου.

Τα γλοιώματα του οπτικού νεύρου  είναι σχετικά σπάνιοι όγκοι, με ποικίλη κλινική πορεία και συχνά εμφανίζονται στα πλαίσια της Νευροϊνωμάτωσης τύπου Ι  (NF1 ή νόσος von Recklinghausen ).
Τα γλοιώματα της οπτικής οδού αποτελούν το 4% των όγκων της παιδικής ηλικίας. Σε 20-50% αυτών παρατηρείται σχέση με τη νόσο von Recklinghausen. Ταξινομούνται σε α) γλοιώματα των οπτικών νεύρων, β) του οπτικού χιάσματος και γ) του οπτικού χιάσματος με επέκταση στην 3η κοιλία. Ιστολογικά είναι στην πλειοψηφία τους πιλοκυτταρικά αστροκυτώματα αλλά η συμπεριφορά τους ποικίλει. Αν και πολλά από αυτά συμπεριφέρονται σαν αμαρτώματα, παραμένοντας αμετάβλητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, άλλα εξελίσσονται ταχύτατα. Ωστόσο, έχει αναφερθεί και αυτόματη υποστροφή αυτών των όγκων. Στους ενήλικες, γλοιώματα του οπτικού νεύρου μπορούν επίσης να εμφανιστούν, αλλά είναι πολύ σπάνια και συνήθως πολύ επιθετικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καμία συσχέτιση με νόσο von Recklinghausen δεν έχει βρεθεί.  
Το πιο συχνό σύμπτωμα όλων είναι η μείωση της οπτικής οξύτητας με εξαίρεση τους όγκους του οπτικού νεύρου όπου επικρατεί ο εξόφθαλμος. Η μειωμένη όραση (63%) είναι συνήθως εμφανής και τεκμηριώνεται με εξέταση του οπτικού πεδίου. Τα γλοιώματα που επεκτείνονται στην 3η κοιλία μπορούν να εκδηλωθούν με υδροκέφαλο, αταξία, καθυστέρηση της ανάπτυξης και πρώιμη ήβη. Άλλες εκδηλώσεις της νόσου αποτελούν η ατροφία των οπτικών νεύρων, ο στραβισμός και ο νυσταγμός. Τελικά αναλόγως του ρυθμού ανάπτυξης του όγκου, θα εμφανιστούν συμπτώματα χωροκατακτητικής δράσης, συμπεριλαμβανομένων των συμπτωμάτων της αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης, εστιακά νευρολογικά ελλείμματα και υδροκέφαλος. Συμμετοχή του υποθαλάμου μπορεί να οδηγήσει σε πολυουρία/πολυδιψία.
Οι ακτινογραφίες δεν έχουν πλέον κανένα πραγματικό ρόλο στη διάγνωση των γλοιωμάτων του οπτικού, ωστόσο, μπορούν να δείξουν διεύρυνση του οπτικού τρήματος. Η αξονική τομογραφία-CT αν και είναι συχνά η πρώτη απεικόνιση που πραγματοποιείται δεν είναι τόσο ευαίσθητη όπως η μαγνητική τομογραφία- MRI. Τα γλοιώματα της οπτικής οδού παρουσιάζουν χαμηλό σήμα στις Τ1 ακολουθίες της MRI και υψηλό στις Τ2 ενώ με την χορήγηση γαδολινίου εμφανίζουν ενίσχυση του σήματος στις Τ1 ακολουθίες.
Οι όγκοι αυτοί επιδεικνύουν ποικίλη κλινική και ακτινολογική εξέλιξη. Σε ασθενείς με NF1 δεν είναι ασυνήθιστο αυτοί οι όγκοι να είναι ήρεμοι, με μικρή εξέλιξη να μπορεί να καταδειχθεί απεικονιστικά σε έναν σημαντικό αριθμό χρόνων. Σε άλλες περιπτώσεις, οι όγκοι είναι πιο επιθετικοί με επέκταση κατά μήκος της οπτικής οδού.
Ως εκ τούτου, οι επιλογές θεραπείας εξαρτώνται από την κλινική κατάσταση του ασθενούς, καθώς και τη θέση του όγκου. Αν είναι απομονωμένος σε ένα οπτικό νεύρο, και δεν επεκτείνεται στο χίασμα, τότε η εκτομή (έστω και με απώλεια της όρασης σε αυτό το μάτι) έχει ένδειξη. Εάν ο όγκος εκτείνεται στο χίασμα ή πιο πίσω, τότε η ολική εκτομή δεν είναι δυνατή, και προορίζεται μόνο για την μείωση της χωροκατακτητικής δράσης του όγκου. Ειδικά για τους ασθενείς με νευροϊνωμάτωση δεν προτιμάται η χειρουργική εξαίρεση διότι εμφανίζουν υψηλά ποσοστά υποτροπής. Τα νεότερα χημειοθεραπευτικά σχήματα φαίνεται να καθυστερούν ή ακόμη και να αποτρέπουν την ανάγκη χρήσης των άλλων θεραπευτικών επιλογών οι οποίες ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνων απώτερων παρενεργειών. Σχετικά με τη ακτινοθεραπεία, ενώ υπάρχουν αναφορές για θετικά αποτελέσματα με τη χρήση στερεοτακτικής ακτινοθεραπείας (γ-knife) και βραχυθεραπείας, πιο διαδεδομένη είναι η χρήση εξωτερικής δέσμης ακτινοβολίας. (Συνήθης δόση: 45-56 Gy).