Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΟΝΔΥΛΟΔΙΣΚΙΤΙΔΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΟΝΔΥΛΟΔΙΣΚΙΤΙΔΑ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Λοιμώδης σπονδυλοδισκίτιδα.

Η αυτόματη βακτηριακή σπονδυλοδισκίτιδα συνιστά βακτηριακή λοίμωξη της σπονδυλικής στήλης που εμφανίζεται χωρίς προηγηθείσα χειρουργική επέμβαση ή τραύμα στη σπονδυλική στήλη (ΣΣ) και αντιστοιχεί σε 2−7% των περιπτώσεων οστεομυελίτιδας.
Ως «δισκίτιδα» ορίζεται η φλεγμονή στο μεσοσπονδύλιο δίσκο. Η σπονδυλοδισκίτιδα μπορεί να είναι σηπτική (λοιμώδης ή πυογενής σπονδυλοδισκίτιδα) ή άσηπτη (άσηπτη σπονδυλοδισκίτιδα ή ψευδο-δισκίτιδα). Οι όροι «σπονδυλική οστεομυελίτιδα» (vertebral osteomyelitis) και «δισκίτιδα» (discitis) χρησιμοποιούνται συχνά εναλλακτικά στην κλινική πράξη. Ο όρος «πυογενής ή λοιμώδης σπονδυλίτιδα» (pyogenic ή infectious spondylitis) αναφέρεται σε σπονδυλική οστεομυελίτιδα ή δισκίτιδα. Ο όρος «σπονδυλοδισκίτιδα» είναι η κύρια εκδήλωση της αιματογενούς σπονδυλικής οστεομυελίτιδας, και περιλαμβάνει την σπονδυλική οστεομυελίτιδα, την σπονδυλίτιδα και την δισκίτιδα, οι οποίες θεωρούνται διαφορετικές εκδηλώσεις της ίδιας παθολογικής διαδικασίας, και έχουν τα ίδια συμπτώματα και θεραπεία.
Κλινικά αλλά και παθολογοανατομικά οι λοιμώξεις της σπονδυλικής στήλης, μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερεις μορφές:
α. πυογενής σπονδυλοδισκίτιδα, δηλαδή η λοίμωξη από πυογενή βακτήρια του μεσοσπονδυλίου δίσκου και των ιστών γύρω από αυτόν,
β. κοκκιωματώδης σπονδυλίτιδα, μία ομάδα παθήσεων που περιλαμβάνει την φυματιώδη σπονδυλίτιδα, τη βρουκέλωση αλλά και άλλες σπανιώτερες κοκκιωματώδεις λοιμώξεις,
γ. επισκληρίδιο απόστημα, που μπορεί να αποτελεί επέκταση στον επισκληρίδιο χώρο παρακείμενων λοιμώξεων ή και de novo εμφάνιση επισκληρίδιας πυογενούς εστίας και τέλος,
δ. μετεγχειρητική δισκίτιδα, που αποτελεί πυογενή λοίμωξη του δισκικού χώρου μετά από χειρουργικές επεμβάσεις στην περιοχή.
Η λοιμώδης σπονδυλοδισκίτιδα παρατηρείται συχνότερα στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες (σχέση 3:1) και η επίπτωση, σύμφωνα με τα παγκόσμια δεδομένα, κυμαίνεται από 1/250.000 έως και 1/100.000 ετησίως. Ως προς την ηλικία παρουσιάζει δικόρυφη κατανομή: η πρώτη αιχμή αφορά στην παιδική ηλικία με ευνοϊκότερη πρόγνωση, ενώ η δεύτερη αιχμή εμφανίζεται στην έκτη με έβδομη δεκαετία της ζωής. Στην παιδική ηλικία επηρεάζει ασθενείς με μέση ηλικία 7 ετών και  εμφανίζει μικρότερη επικράτηση στο αρσενικό φύλο, με αναλογία 1,4:1. Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η δισκίτιδα της παιδικής ηλικίας είναι μια ξεχωριστή νοσολογική οντότητα και θα πρέπει να θεωρείται ανεξάρτητα.
Η σταθερή αύξηση της επίπτωσης που παρατηρείται τις δύο τελευταίες δεκαετίες αποδίδεται κυρίως στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής, στην αύξηση του ανοσοκατασταλμένου πληθυσμού και στην αύξηση της επίπτωσης της νοσοκομειακής βακτηριαιμίας που σχετίζεται με την ευρεία χρήση ενδαγγειακών καθετήρων και διαφόρων ιατρικών επεμβατικών μεθόδων. Μείζονες προδιαθεσικοί παράγοντες εκδήλωσης της λοίμωξης θεωρούνται η ανοσοκαταστολή, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι επεμβάσεις του ουροποιητικού και η μεγάλη ηλικία.
Κύριο αιτιολογικό παράγοντα αποτελεί ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος σε ποσοστό 55−90%, με τις περιπτώσεις του ανθεκτικού στη μεθικιλίνη σταφυλοκόκκου να παρουσιάζουν αύξηση τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ακολουθούν σε συχνότητα gram θετικά βακτήρια όπως στρεπτόκοκκοι και εντερόκοκκοι, αλλά και gram αρνητικά βακτήρια όπως Escherichia coli, Proteus, Salmonella, Pseudomonas aeruginosa,  Klebsiella sp, που συνδέονται κυρίως με λοιμώξεις του ουροποιητικού και τη μεγάλη ηλικία. Τέλος, η βρουκέλωσησε περιοχές όπου ενδημεί, είναι υπεύθυνη για το 21−48% των περιπτώσεων σπονδυλοδισκίτιδας.
Η λοίμωξη της σπονδυλικής στήλης συμβαίνει είτε κατά συνέχεια ιστού από παρακείμενη λοίμωξη, είτε με αιματογενή διασπορά από απομακρυσμένες εστίες λοίμωξης. Στην αιματογενή διασπορά, που θεωρείται και ο συνηθέστερος τρόπος επιλοίμωξης της ΣΣ, έχουν προταθεί η φλεβική και η αρτηριακή θεωρία. Το φλεβικό σύστημα της σπονδυλικής στήλης σχηματίζει ένα αναστομωτικό δίκτυο (πλέγμα του Batson) στον επισκληρίδιο χώρο και επικοινωνεί με το πυελικό φλεβικό δίκτυο. Έχει προταθεί ότι κατά τη διάρκεια υψηλής ενδοκοιλιακής πίεσης γίνεται παλινδρόμηση του αίματος μεταξύ αυτών των δύο φλεβικών πλεγμάτων, που επιτρέπει την εξάπλωση της λοίμωξης από τα πυελικά όργανα. Σε ό,τι αφορά στην αρτηριακή κυκλοφορία, οι σπονδυλικές αρτηρίες καταλήγουν στις μεταφυσιακές αρτηρίες που αποτελούν και τις τελικές αρτηρίες στους ενήλικες. Ο μεσοσπονδύλιος δίσκος αποτελεί σχεδόν ανάγγειο ιστό και αιματώνεται διά μέσου τριχοειδών αγγείων και διαπίδυσης από τις παρακείμενες τελικές πλάκες των σπονδυλικών σωμάτων. Στις τελικές πλάκες υπάρχουν οι λεγόμενες αιμολίμνες, εντός των οποίων παρατηρείται χαμηλή ροή, με αποτέλεσμα την ευκολότερη εγκατάσταση και δημιουργία μικροβιακών αποικιών. Μέσω αυτού του αρτηριακού δικτύου τα βακτήρια μεταφέρονται στις μεταφυσιακές τελικές αρτηρίες προκαλώντας λοίμωξη αρχικά στις τελικές πλάτες (endplates) των σπονδύλων, που ακολούθως εξαπλώνεται στο σπονδυλικό σώμα, στον παρακείμενο δίσκο, ενδεχομένως και στον επισκληρίδιο ή παρασπονδυλικό χώρο.
Η αιματογενής αρτηριακή οδός είναι η κυριότερος τρόπος ανάπτυξης λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας, επιτρέποντας την διασπορά μιας λοίμωξης από απομακρυσμένες περιοχές στη σπονδυλική στήλη. Στα παιδιά, οι ενδοστικές αρτηρίες έχουν εκτεταμένες αναστομώσεις και αγγειακοί δίαυλοι διατιτραίνουν τους μεσοσπονδύλιους δίσκους. Επομένως, τα σηπτικά έμβολα συνήθως δεν προκαλούν σημαντικά οστικά έμφρακτα και η λοίμωξη συχνά περιορίζεται στον δίσκο. Αντίθετα, στους ενήλικες οι δίσκοι στερούνται αγγείων και οι ενδοστικές αναστομώσεις εξελίσσονται κατά την 3η δεκαετία της ζωής, δημουργώντας τελικές αρτηρίες, οπότε τα σηπτικά έμβολα μπορεί να προκαλέσουν μεγάλα οστικά έμφρακτα. Η συνεπακόλουθη επέκταση της λοίμωξης σε γειτονικούς δίσκους και σπονδύλους δημιουργεί την χαρακτηριστική αλλοίωση της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας. Το έμφρακτο, εάν είναι εκτεταμένο, οδηγεί σε γωνίωση, δημιουργία κοιλότητας και συμπιεστικά κατάγματα με συνεπακόλουθη σπονδυλική αστάθεια, παραμορφώσεις και κίνδυνο συμπίεσης του νωτιαίου μυελού. Η μη ελεγχόμενη λοίμωξη μπορεί να εισδύσει στα οστά και να διηθήσει τα πέριξ μαλακά μόρια, προκαλώντας παρασπονδυλικά αποστήματα ή αποστήματα του ψοΐτη, και να επεκταθεί προς τα πίσω, στον σπονδυλικό σωλήνα, σχηματίζοντας επισκληρίδια αποστήματα με περαιτέρω κίνδυνο παραπληγίας, υποσκληρίδιου αποστήματος και μηνιγγίτιδας. 
Οι αιματογενείς λοιμώξεις πολύ σπάνια προκαλούν πυογενή οστεομυελίτιδα των οπίσθιων σπονδυλικών στοιχείων (αυχένας σπονδυλικών τόξων, εγκάρσιες αποφύσεις, πέταλα και οπίσθιες ακανθώδεις αποφύσεις) λόγω της σχετικά πτωχής αιματικής τροφοδοσίας που έχουν φυσιολογικά τα ανατομικά αυτά στοιχεία, συγκριτικά με τα σπονδυλικά σώματαΤα οπίσθια σπονδυλικά στοιχεία προσβάλλονται συχνότερα σε περιπτώσεις φυματιώδους και μυκητιασικής σπονδυλίτιδας.
Η νόσος προσβάλλει κατά κύριο λόγο την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης (ΟΜΣΣ) (58%), και ακολουθεί σε συχνότητα η θωρακική μοίρα (ΘΜΣΣ) (30%) και τελευταία αυχενική μοίρα (ΑΜΣΣ) (11%), ιδιαίτερα σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών. Πολλαπλές εντοπίσεις παρατηρούνται στο 4% των περιπτώσεων.
Κύριο γνώρισμα της νόσου αποτελεί η έλλειψη ενός παθογνωμονικού κλινικού ή εργαστηριακού σημείου, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση στη διάγνωση, καθώς σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία ο χρόνος μεταξύ της αρχικής εκδήλωσης συμπτωμάτων και της διάγνωσης κυμαίνεται από 2−6 μήνες.  Λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας οι Digby και Kersley όρισαν τη νόσο ως «λοίμωξη όχι συχνή αρκετά ώστε να αναγνωρίζεται εύκολα, και όχι σπάνια αρκετά ώστε να εξάπτει την περιέργεια των ιατρών».
Καθώς η πυογενής σπονδυλοδισκίτιδα παρουσιάζεται σχεδόν πάντα με τη μορφή σοβαρής, επιμένουσας οσφυαλγίας (σπανιώτερα: ραχιαλγίας ή αυχεναλγίας, ανάλογα με την εντόπισή της) είναι σημαντικό ο κλινικός γιατρός να έχει από τα πρώτα στάδια της εκπαίδευσης του υιοθετήσει τις βασικές αρχές της ταξινόμησης της οσφυαλγίας ως βάση γιά την περαιτέρω διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση. Το σημαντικότερο βήμα της ταξινόμησης αυτής είναι η αρχική διάγνωση σε “μηχανική” και “μη-μηχανική” μορφή οσφυαλγίας. Με τον όρο “μηχανική” οσφυαλγία εννοούμε τη μορφή οσφυαλγίας που χαρακτηρίζεται από επιδείνωση των συμπτωμάτων κατά την μηχανική φόρτιση της σπονδυλικής στήλης (φυσική δραστηριότητα) και ύφεση με την ανάπαυση (κλινοστατισμός). Αντίθετα, με τον όρο “μη-μηχανική” οσφυαλγία εννοούμε τη μορφή οσφυαλγίας που χαρακτηρίζεται από επιμένοντα συμπτώματα τόσο κατά τη μηχανική φόρτιση όσο και κατά την ανάπαυση (ιδιαίτερα κατά την νύκτα με διαταραχή του ύπνου).
Η αυτόματη βακτηριακή σπονδυλοδισκίτιδα αποτελεί νοσολογική οντότητα που παρουσιάζει αύξηση της επίπτωσής της τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω της αύξησης της ενδοφλέβιας χρήσης φαρμάκων, της αύξησης του ανοσοκατασταλμένου πληθυσμού και της βελτίωσης των διαγνωστικών μεθόδων. Παρουσιάζεται συνήθως σε άτομα τρίτης ηλικίας με συνοδό ανοσοκαταστολή και σακχαρώδη διαβήτη. Η συννοσηρότητα, αν και αυξάνει τον κίνδυνο λοίμωξης της σπονδυλικής στήλης, δεν αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για κακή έκβαση.
Στη συμπτωματολογία της νόσου προεξάρχει το άλγος της σπονδυλικής στήλης, που προσδιορίζεται ως οσφυαλγία ή ραχιαλγία ανάλογα με το ύψος της βλάβης, και η δυσχέρεια στην κινητοποίηση. Ωστόσο, στο 15% των περιπτώσεων δεν εκδηλώνεται άλγος. Επί πλέον, ο πυρετόςαναφέρεται ότι εμφανίζεται στις μισές περίπου περιπτώσεις. Από τον εργαστηριακό έλεγχο, βιβλιογραφικά παρουσιάζεται αναιμία στο 70% και λευκοκυττάρωση στο ένα τρίτο των περιπτώσεων. Ο Carragee αναφέρει ότι οι ανοσοκατασταλμένοι και οι ασθενείς ηλικίας μεγαλύτεροι των 60 ετών είναι πιθανότερο να εμφανίζουν φυσιολογικό αριθμό λευκών. Πιο χαρακτηριστικό εύρημα είναι η μεγάλη αύξηση των δεικτών φλεγμονής, κυρίως της ΤΚΕ και της CRPενώ η προκαλσιτονίνη δεν αποτελεί χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο, αφού δεν διακρίνει τη λοιμώδη από την άσηπτη φλεγμονή ούτε αποτελεί αξιόπιστο δείκτη παρακολούθησης της πορείας της νόσου.
Η απλή ακτινογραφία έχει πολύ χαμηλή ευαισθησία και ειδικότητα (82% και 57%, αντίστοιχα) την διάγνωση της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας και μπορεί να αποκαλύψει μη ειδικές αλλαγές, που εμφανίζονται όμως σε 2−8 εβδομάδες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Από τις ραδιενεργές τεχνικές απεικόνισης, το σπινθηρογράφημα με 99mTc έχει αναφερόμενη ευαισθησία 90%, αλλά χαμηλή ειδικότητα (78%), με ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Το σπινθηρογράφημα με 67Ga έχει σχετικά χαμηλή ευαισθησία και ειδικότητα. Ο συνδυασμός των δύο σπινθηρογραφημάτων, 67Ga και 99mTc, εμφανίζει υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα (90% και 100%, αντίστοιχα). Ωστόσο, η χρήση τους περιορίζεται από το μειονέκτημά τους στην απεικόνιση του επισκληρίδιου χώρου σε σχέση με την MRI, όπως θα αναφερθεί, τη χρονοβόρο διαδικασία για τη διενέργειά τους και άλλα τεχνικά προβλήματα. Η χρήση του 111In WBC δεν συνιστάται λόγω της πολύ χαμηλής ευαισθησίας.
Η αξονική τομογραφία αποτελεί χρήσιμη μέθοδο, καθώς περιγράφει λεπτομερώς τις οστικές αλλοιώσεις και την πρώιμη καταστροφή του δίσκου. Μειονεκτεί σε σχέση με την MRI στην απεικόνιση του νευρικού ιστού και των αποστημάτων. Η αξονική τομογραφία χρησιμοποιείται κυρίως στην κατευθυνόμενη βιοψία της σπονδυλικής στήλης.
Η MRI είναι η μέθοδος εκλογής για την απεικόνιση της σπονδυλοδισκίτιδας, με ευαισθησία 96% και ειδικότητα 92%. Το πλεονέκτημα της μεθόδου σε σχέση με τις προηγούμενες είναι η απεικόνιση του επισκληρίδιου χώρου και του σπονδυλικού σωλήνα. Χαρακτηριστικές αλλαγές αποτελούν η μειωμένη ένταση σήματος του δίσκου και των γειτονικών σπονδυλικών σωμάτων στην Τ1 ακολουθία και η αντίστοιχα αυξημένη στην Τ2 ακολουθία (λόγω του οιδήματος), καθώς και η καταστροφή των endplates στην Τ1. Ο εμπλουτισμός με γαδολίνιο των δίσκων, των σπονδύλων και των παρακείμενων δομών βελτιώνει την ακρίβεια της MRI, ειδικά στα αρχικά στάδια της νόσου, στα οποία η απεικόνιση με τις άλλες μεθόδους είναι πτωχή και το σπινθηρογράφημα δεν είναι επαρκώς ειδικό. Επί πλέον, η MRI αποτελεί χρήσιμη μέθοδο στη διαφορική διάγνωση βλαβών λοιμώδους αιτιολογίας από νεοπλασματικές και εκφυλιστικές αλλοιώσεις της Σπονδυλικής Στήλης.
Η απομόνωση του υπεύθυνου μικροοργανισμού βασίζεται κυρίως στις καλλιέργειες αίματος και στη βιοψία της σπονδυλικής στήλης. Οι καλλιέργειες αίματος αναμένεται να προσδιορίσουν το υπεύθυνο παθογόνο σε ποσοστό που κυμαίνεται από 40−60%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη βιοψία της ΣΣ κυμαίνεται από 43−78%. Στις καλλιέργειες αίματος, το ποσοστό αυτό αυξάνει όταν η νόσος συνοδεύεται από πυρετόO χρυσίζων σταφυλόκοκκος αποτελεί τον κύριο αιτιολογικό μικροβιακό παράγοντα. 
Ο ρόλος της βιοψίας ως ασφαλούς και ελάχιστα επεμβατικής μεθόδου είναι αδιαμφισβήτητος στην τεκμηρίωση της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας. Σε πολλές εργασίες τονίζεται ότι η βιοψία πρέπει να διεξάγεται ακόμη και επί θετικών καλλιεργειών αίματος, παρόλα αυτά δεν προκύπτει ότι συνιστά αναγκαία διαγνωστική πράξη, όταν συνυπάρχουν τρεις συνθήκες: Πρώτον, να υπάρχει ανίχνευση του παθογόνου μικροβίου (δύο τουλάχιστον θετικές καλλιέργειες αίματος ή ορολογικές δοκιμασίες), δεύτερον η MRI να εμφανίζει συμβατή εικόνα και τρίτον να υπάρχει ανταπόκριση στη θεραπεία με κλινική βελτίωση και πτώση των δεικτών φλεγμονής.  αίματος και ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Από τα παραπάνω καθώς και από την ανασκόπηση της σύγχρονης βιβλιογραφίας προκύπτει ότι η διάγνωση της πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας βασίζεται στα ακόλουθα τέσσερα “βήματα”:
α. κλινική παρουσίαση “μη-μηχανικής” οσφυαλγίας σε ποσοστό που φτάνει το 97%,
β. αυξημένη τιμή C-αντιδρώσας πρωτεΐνης(CRP), σε ποσοστό που αναφέρεται ότι φθάνει περίπου το
100%,
γ. ευρήματα της τομογραφίας μαγνητικού συντονισμού (MRI), μια εξέταση που έχει δειχτεί οτι έχει ευαισθησία (sensitivity) και ειδικότητα (specificity) στη διάγνωση της πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας περίπου 95%, και τέλος,
δ. θετικές αιμοκαλλιέργειες ή και σπονδυλικές βιοψίες.
Με άλλα λόγια, η λήψη ενός λεπτομερούς (στο βαθμό που να επιτρέπεται η διάκριση μεταξύ “μηχανικής” και “μη-μηχανικής” μορφής οσφυαλγίας) ιστορικού ακολουθούμενη, στις ύποπτες περιπτώσεις, από εξέταση της CRP αίματος και άμεση παραπομπή για τομογραφία μαγνητικού συντονισμού είναι το καθήκον κάθε γιατρού (και όχι μόνο του γιατρού με εξειδίκευση στις παθήσεις της σπονδυλικής στήλης).
Οι επιπλοκές της πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας είναι σοβαρές και συχνά μη αναστρέψιμες γεγονός που καθιστά την πρώιμη διάγνωση και άμεση θεραπεία επιτακτική. Πιό συγκεκριμένα, οι πρώιμες επιπλοκές περιλαμβάνουν:
α. επισκληρίδιο απόστημα: αποτελεί σοβαρή επιπλοκή που μπορεί να οδηγήσει (ανάλογα με το επίπεδο) σε οξείες νευρολογικές επιπλοκές έως και μόνιμη παραπληγία, από άμεση πίεση του νωτιαίου μυελού ή θρόμβωση της αιματικής του κυκλοφορίας,
β. σηπτικό shock, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις λοίμωξης με μικροοργανισμούς υψηλής λοιμώδους ισχύος (virulence) όπως gram αρνητικά βακτήρια και σε ασθενείς με σημαντικού βαθμού ανοσοκαταστολή, 
Οι όψιμες επιπλοκές της πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας, μπορούν να συμβούν και μετά από επιτυχή εκρίζωσης της λοίμωξης με αντιβιοτική αγωγή, περιλαμβάνουν:
α. σπονδυλική στένωση, σε περιπτώσεις με παρουσία μάζας στον σπονδυλικό σωλήνα και κλινική εικόνα που ποικίλει από ριζιτικά συμπτώματα (π.χ.ισχιαλγία) έως νωτιαία διαλείπουσα χωλώτητα,
β. μηχανική αστάθεια της σπονδυλικής στήλης σε περιπτώσεις με σημαντική καταστροφή των σπονδυλικών σωμάτων και κλινική εικόνα επιμένουσας σοβαρής “μηχανικού” τύπου οσφυαλγίας με ή χωρίς προοδευτική παραμόρφωση (συνηθέστερα κύφωση) της σπονδυλικής στήλης.
Οι αρχές της αντιμετώπισης της πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας βασίζονται εξ’ ολοκλήρου στην πρόληψη και τον περιορισμό των πιό πάνω επιπλοκών.
Χωρίς να υπάρχουν σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες, οι περισσότερες περιπτώσεις σπονδυλοδισκίτιδας θεραπεύονται συντηρητικά βάσει βιβλιογραφίας και απαιτούν ως ελάχιστο διάστημα θεραπείας τις 6 εβδομάδες. Υπάρχει ομοφωνία, ωστόσο, ότι η έναρξη της αντιβιοτικής αγωγής γίνεται παρεντερικά και συνεχίζεται από του στόματος. Σχετικά με τη διάρκεια, οι γαλλικές κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν ως ελάχιστη διάρκεια θεραπείας τις 6−12 εβδομάδες. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι οι υποτροπές, καθώς και η αποτυχία της θεραπευτικής αγωγής, είναι συχνότερες σε παρεντερική χορήγηση των αντιβιοτικών για διάστημα μικρότερο των 4 εβδομάδων. Οι Roblot et al εκτίμησαν τον κίνδυνο υποτροπής και φάνηκε ότι η χορήγηση της θεραπείας για 6 εβδομάδες δεν παρουσίαζε διαφορές σε σχέση με χορήγηση για διάστημα μεγαλύτερο των 6 εβδομάδων. Ωστόσο, το βέλτιστο διάστημα χορήγησης της θεραπείας παραμένει ασαφές.
Η χορήγηση παρεντερικής αντιμικροβιακής αγωγής στο σπίτι (outpatient parenteral antimicrobial therapy, OPAT) έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχώς τα τελευταία χρόνια σε ασθενείς με οστεομυελίτιδα, καθώς μειώνει το διάστημα της νοσηλείας και το συνολικό κόστος. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα για την εφαρμογή της σε ασθενείς με σπονδυλοδισκίτιδα. Τα αντισταφυλοκοκκικά αντιβιοτικά μία φορά ημερησίως, όπως η λινεζολίδη, η τεϊκοπλανίνη και η δαπτομυκίνη, μπορούν να είναι αποτελεσματικά για χορήγηση σε ασθενείς κατ’ οίκον. Αντίστοιχα, η αντιβιοτική αγωγή χορηγούμενη από το στόμα δεν έχει καθιερωθεί πλήρως, αλλά αναφέρεται επιτυχής θεραπεία με πρώιμη έναρξη αυτής μετά από 10 ημέρες παρεντερικής χορήγησης. Οι παράγοντες από του στόματος θα πρέπει να έχουν υψηλή βιοδιαθεσιμότητα, όπως οι φθοριοκινολόνεςη κλινδαμυκίνη και η ριφαμπικίνη. Η μετατροπή στην οδό χορήγησης πρέπει να αποφεύγεται έως τον αποκλεισμό της ενδοκαρδίτιδας. Ο πλέον ευαίσθητος και ειδικός δείκτης στην αξιολόγηση της επιτυχούς θεραπείας είναι τα επίπεδα της CRP. Κριτήρια για τη διακοπή της αγωγής είναι η πλήρης ύφεση των συμπτωμάτων και η ομαλοποίηση της ΤΚΕ ή της CRP. Σε επιτυχή θεραπεία αναμένεται μείωση της ΤΚΕ κατά 50%, ενώ συνεχίζεται η πτώση των τιμών της και μετά το τέλος της θεραπείας.
Σημαντική είναι, επίσης, η ακινητοποίηση του ασθενούς άμεσα μετά τη διάγνωση τουλάχιστον για δύο εβδομάδες, αλλά και η όσο το δυνατόν ταχύτερη κινητοποίηση στη συνέχεια. Η κινητοποίηση προϋποθέτει στήριξη της σπονδυλικής στήλης με ορθοπαιδικούς κηδεμόνες για διάστημα 3−6 μηνών. Εμφάνιση άλγους κατά την κινητοποίηση αποτελεί ένδειξη για συνέχιση του κλινοστατισμού. 
Η ακτινολογική βελτίωση εμφανίζεται πολύ αργά στην πορεία της νόσου, ενώ ο επανέλεγχος με MRI 4−8 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας δείχνει να εμμένουν ή και να επιδεινώνονται οι βλάβες της σπονδυλικής στήλης.
Η αποτυχία της φαρμακευτικής αγωγής, η εμμένουσα κλινική συμπτωματολογία, η υπολειμματική νευρολογική σημειολογία και η μηχανική αστάθεια ή παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης αποτελούν ενδείξεις χειρουργικής αντιμετώπισης. 
Η επιτυχία της συντηρητικής θεραπείας σχετίζεται με την έγκαιρη διάγνωση της νόσου. Χρόνος μεταξύ έναρξης των συμπτωμάτων και διάγνωσης περισσότερο των 60 ημερών σχετίζεται με κακή έκβαση. Λόγω της υψηλής πιθανότητας υποτροπής της νόσου, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον για ένα έτος μετά την αρχική τους νοσηλεία. Αναφέρεται ότι τα ποσοστά υποτροπών υποεκτιμώνται γενικά, καθώς το διάστημα παρακολούθησης είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ανεπαρκές. Υποτροπές μπορούν να συμβούν ακόμη και αρκετά χρόνια μετά την αρχική προσβολή, συνήθως όμως το 75% των υποτροπών συμβαίνουν τον πρώτο χρόνο.
Η θνητότητα της σπονδυλοδισκίτιδας αναφέρεται ότι είναι μικρότερη του 5% και συνδέεται κυρίως με περιπτώσεις σήψης. Ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για κακή έκβαση της νόσου (θάνατος ή αναπηρία) αποτελούν η καθυστέρηση στη διάγνωση περισσότερο από 2 μήνες, η εμφάνιση παράλυσης ή διαταραχής της κινητικότητας και η ενδονοσοκομειακή λοίμωξη της σπονδυλικής στήλης. Οι λοιμώξεις από Brucella sp συνδέονται με καλύτερη πρόγνωση σε σχέση με τη βακτηριακή και τη φυματιώδη σπονδυλοδισκίτιδα.
Εξ αιτίας των χαρακτηριστικών της λοίμωξης δεν έχουν διεξαχθεί ακόμη τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες, ενώ τα περισσότερα συμπεράσματα βασίζονται σε μελέτες παρατήρησης και στη γνώση της φαρμακευτικής θεραπείας. 
Μετά την πρώτη αρχική διάγνωση, οι λίγοι ασθενείς που παρουσιάζουν οξέα νευρολογικά σημεία επιδεινούμενης πάρεσης, σηπτικό shock καθώς και οι ασθενείς με επισκληρίδιο απόστημα στο επίπεδο του νωτιαίου μυελού (πάνω από το επίπεδο του δεύτερου οσφυικού σπονδύλου) αντιμετωπίζονται με επείγουσα χειρουργική επέμβαση. Οι υπόλοιποι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται αρχικά με μη-χειρουργικά μέσα. Η μη-χειρουργική αντιμετώπιση συνιστάται σε απομόνωση του υπεύθυνου οργανισμού με “γενικές” καλλιέργειες (π.χ. αίματος, ούρων) αλλά κυρίως καλλιέργεια της σηπτικής εστίας κατόπιν παρακέντησης με trocar υπό έλεγχο αξονικής τομογραφίας και πιθανή χρήση εργαστηριακών τεχνικών αυξημένης ευασθησίας όπως η τεχνική ενίσχυσης DNA (polymerase chain reaction, PCR) που μπορεί να βοηθήσουν στην πρωιμότερη ανίχνευση του υπεύθυνου μικροοργανισμού
Η χορήγηση των κατάλληλων αντιβιοτικών μετά από καλλιέργεια και αντιβιόγραμμα πρέπει να γίνεται αρχικά ενδοφλέβια έως ότου συμπληρωθούν 4 έως 6 εβδομάδες ή 2 εβδομάδες μετά την πτώση της CRP και της ταχύτητας καθίζησης ερυθροκυττάρων (ΤΚΕ) σε φυσιολογικά επίπεδα και σε
περίπτωση κλινικής απόκρισης συνέχιση της αγωγής με από του στόματος αντιβιοτικά έως ότου συμπληρωθούν 3 μήνες αντιβιοτικής θεραπείας. Παράλληλα, ο κλινοστατισμός (που αρχικά υπαγορεύεται από τα οξέα συμπτώματα και κυρίως του πόνου) δεν πρέπει να παρατείνεται γιά περισσότερο από λίγες ημέρες και πρέπει να ακολουθείται από κινητοποίηση του ασθενούς μετά την εφαρμογή του κατάλληλου γιά το πάσχον επίπεδο κηδεμόνα γιά την μηχανική υποστήριξη της σπονδυλικής στήλης. Με την αγωγή αυτή ίαση με υποχώρηση του πόνου, επιστροφή της CRP και της ΤΚΕ σε φυσιολογικά επίπεδα και ακτινολογική εικόνα “αυτόματης σπονδυλοδεσίας” στο πάσχον επίπεδο αναμένεται σε ποσοστό 75% των ασθενών
Σε περιπτώσεις αποτυχίας της μη-χειρουργικής θεραπευτικής αγωγής (επιμονή πόνου ή νευρολογικών συμπτωμάτων) ή ανάπτυξης επιπλοκών όπως συμπτωματική σπονδυλική στένωση και προοδευτική αστάθεια ή παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης συνιστάται η χειρουργική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Οι στόχοι της χειρουργικής αντιμετώπισης της πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας είναι:
α. η εκρίζωση της λοίμωξης,
β. η αποσυμπίεση των νευρικών στοιχείων, και
γ. η μηχανική σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης.
Καθώς η πυογενής εστία βρίσκεται στα πρόσθια στοιχεία η χειρουργική προσπέλαση πρέπει να είναι πρόσθια σε όλες τις μοίρες της σπονδυλικής στήλης. Οι οπίσθιες προσπελάσεις γενικά αντενδείκνυνται με πιθανώς μόνη εξαίρεση την πλευρεγκαρσιεκτομη (costotransversectomy) στην θωρακική μοίρα που επιτρέπει οπίσθια προσπέλαση στα πρόσθια στοιχεία της σπονδυλικής στήλης αλλά έχει το μειονέκτημα της τεχνικής δυσκολίας στην αποσυμπίεση της πρόσθιας επιφάνειας του μηνιγγικού σάκκου και στην τοποθέτηση πρόσθιου οστικού μοσχεύματος. Οι γενικά αποδεκτές χειρουργικές τεχνικές είναι οι ακόλουθες:
α.  Πρόσθια αποσυμπίεση και τοποθέτηση αυτόλογου μοσχεύματος.
Πρόκειται γιά την κλασσική μέθοδο χειρουργικής αντιμετώπισης της πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας και καλά αποτελέσματα αναφορικά με την ανακούφιση από τον πόνο και την νευρολογική βελτίωση έχουν αναφερθεί από αναδρομικές μελέτες.
β. Πρόσθια αποσυμπίεση και τοποθέτηση αυτόλογου μοσχεύματος και συμπληρωματική οπίσθια σταθεροποίηση με υλικά. 
Σαν εξέλιξη της κλασσικής μεθόδου έχει εφαρμοστεί συμπληρωματική οπίσθια σταθεροποίηση με υλικά γιά την αύξηση της μηχανικής σταθερότητας και την επιτάχυνση της κινητοποίησης και της αποκατάστασης του ασθενούς. Η μέθοδος αυτή έχει δώσει εξαιρετικά αποτελέσματα τόσο σε αναδρομικές όσο και σε προοπτικές μελέτες.
γ. Πρόσθια αποσυμπίεση και τοποθέτηση αυτόλογου μοσχεύματος με “κλωβό” (cage) και οπίσθια σταθεροποίηση με υλικά
Η μέθοδος αυτή στοχεύει σε επιπλέον αύξηση της εμβιομηχανικής σταθερότητας και ελαχιστοποίηση της πιθανότητας προοδευτικά επιδεινούμενης κυφωτικής παραμόρφωσης αλλά έχει ανάγκη περαιτέρω κλινικής τεκμηρίωσης.
δ. Τέλος, η μέθοδος της πρόσθιας αποσυμπίεσης και τοποθέτησης μοσχεύματος και πρόσθιας σταθεροποίησης με υλικά σπονδυλοδεσίας παρουσιάζει προφανή θεωρητικά πλεονεκτήματα (χειρουργικός χρόνος, έκταση της επέμβασης, εμβιομηχανική σταθερότητα) αλλά χρειάζεται σημαντική έρευνα με μακράς διάρκειας κλινικές μελέτες πρίν αυτά αποδειχτούν στην κλινική πράξη.
Συμπερασματικά, η αυτόματη βακτηριακή σπονδυλοδισκίτιδα παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια κλινικών εκδηλώσεων, αλλά και απουσία παθογνωμονικών κλινικών σημείων και ειδικών εργαστηριακών παραμέτρων. Αυτό συχνά οδηγεί σε καθυστέρηση της διάγνωσης, γεγονός που συνεπάγεται παρατεταμένη διάρκεια νοσηλείας με αυξημένο κόστος και δυνητικές νευρολογικές επιπλοκές. Σε κάθε περίπτωση, η συνύπαρξη ραχιαλγίας και αυξημένων δεικτών φλεγμονής, με ή χωρίς πυρετό, θα πρέπει να κινεί την υποψία του κλινικού ιατρού, ώστε να τίθεται έγκαιρα η διάγνωση. Η τελευταία σχετίζεται με επιτυχία της συντηρητικής θεραπείας και ευνοϊκή έκβαση. Η πυογενής σπονδυλοδισκίτιδα μπορεί να είναι μία σχετικά σπάνια νόσος έχει σοβαρές όμως και δυνητικά μη αναστρέψιμες επιπτώσεις. Η αναγνώρισή της μέσα στον τεράστιο πληθυσμό των ασθενών με οσφυαλγία απαιτεί διατήρηση υψηλού δείκτη υποψίας και σωστή προσέγγιση του συμπτώματος της οσφυαλγίας, κυρίως με την λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού. Η αντιμετώπιση πρέπει να βασίζεται πάντα στην ακριβή απομόνωση του υπεύθυνου λοιμώδους αιτίου και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων στην επαρκή αντιβιοτική αγωγή αν και χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να χρειαστεί σε περιπτώσεις μη απόκρισης στα αντιβιοτικά ή ανάπτυξης επιπλοκών. Με πρώιμη διάγνωση, τα αποτελέσματα είναι άριστα στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων.


Βιβλιογραφία:
1."Pyogenic non-tuberculous spinal infection: an analysis of thirty cases.", Digby JM, Kersley JB., J Bone Joint Surg Br. 1979 Feb;61(1):47-55.
2."Surgical treatment of pyogenic spondylitis with the use of freeze-dried structural allograft.", Kim SS, Kang DH, Yoon JW, Park H, Korean J Spine. 2014 Sep;11(3):136-44.
3."Αυτόματες βακτηριακές σπονδυλοδισκίτιδες: Διαγνωστική προσέγγιση και αξιολόγηση της συντηρητικής θεραπείας.", Δ. Στοϊμένης, Χ. Σπυριδωνίδου, Ν. Παπαϊωάννου. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής. 2013; 30 (5): 595-605.
4."Spinal and spinal cord infection.", Balériaux DL, Neugroschl C, Eur Radiol. 2004 Mar;14 Suppl 3:E72-83.
5."Spondylodiscitis: update on diagnosis and management.", Theodore Gouliouris, Sani H. Aliyu, Nicholas M. Brown, Journal of Antimicrobial Chemotherapy Volume 65, Issue suppl 3Pp. iii11-iii24.
6."Hematogenous pyogenic spinal infections and their surgical management.", Hadjipavlou AG, Mader JT, Necessary JT, Muffoletto AJ.,Spine (Phila Pa 1976). 2000 Jul 1;25(13):1668-79.
7."Magnetic Resonance Imaging Findings of Early Spondylodiscitis: Interpretive Challenges and Atypical Findings.", Yeom JA, Lee IS, Suh HB, Song YS, Song JW,Korean J Radiol. 2016 Sep-Oct;17(5):565-80.
8."Spinal epidural abscess: a meta-analysis of 915 patients", Reihsaus E, Waldbaur H, Seeling W, Neurosurg Rev. 2000 Dec;23(4):175-204.
9."Single-stage treatment of pyogenic spinal infection with titanium mesh cages.", Kuklo TR, Potter BK, Bell RS, Moquin RR, Rosner MK, J Spinal Disord Tech. 2006 Jul;19(5):376-82.
10. "Current Diagnosis and Treatment of Spondylodiscitis.", Rolf Sobottke, Harald Seifert, Gerd Fätkenheuer, Matthias Schmidt, Axel Goßmann, Peer Eysel, Dtsch Arztebl Intv.105(10); 2008.

Σπονδυλοδισκίτιδα.

Η λοιμώδης σπονδυλοδισκίτιδα είναι η κύρια εκδήλωση της αιματογενούς οστεομυελίτιδας (μικροβιακή φλεγμονή των οστών) σε άτομα ηλικίας ≥ 50 ετών και αντιπροσωπεύει το 2%-7% του συνόλου των περιπτώσεων οστεομυελίτιδας. Μερικές μελέτες αναφέρουν δικόρυφη κατανομή με αιχμές σε άτομα ηλικίας ≤ 20 ετών και στην ηλικιακή ομάδα των 50–70 ετών, αν και όλες οι ηλικίες μπορεί να προσβληθούν
Πολλοί αποδίδουν την αύξηση της συχνότητας της σπονδυλοδισκίτιδας στη χρήση ενδοφλέβιων ουσιών, στην αύξηση των χειρουργικών επεμβάσεων στη Σπονδυλική Στήλη, καθώς και στην αύξηση του ανοσοκατεσταλμένου και ηλικιωμένου πληθυσμού. Οι λοιμώξεις της σπονδυλικής στήλης συμβαίνουν σήμερα κυρίως σε ηλικιωμένους και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, αλλά η συχνότητα εμφάνισης της φυματιώδους σπονδυλίτιδας σε νεότερους ασθενείς παρουσιάζει και πάλι αύξηση στις βιομηχανικές χώρες λόγω των μεταναστών και των λοιμώξεων από τον ιό HIV(AIDS). Σε νέους ενήλικες, η συχνότητα έχει αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες λόγω του συνδρόμου ανοσοανεπάρκειας και της ενδοφλέβιας χρήσης ναρκωτικών. 
Στην παιδιατρική ηλικιακή ομάδα η λοίμωξη  ξεκινά συχνά μέσα στον ίδιο τον μεσοσπονδύλιο δίσκο (καθώς στα παιδιά ο δίσκος είναι ακόμη αγγειοβριθής), ενώ η μόλυνση στους ενήλικες θεωρείται ότι αρχίζει από την τελική σπονδυλική πλάκα, και κατόπιν επεκτείνεται μέσα στο χώρο του μεσοσπονδύλιου δίσκου.
Τα πιο κοινά βακτήρια που ευθύνονται είναι οι Gram (+) κόκκοι (Staphylococcus aureus, Streptococcus), Gram (-) αερόβιοι κόκκοι (Escherichia coli, Pseudomonas aeruginosa, Proteus) και λιγότερο συχνά παθογόνοι μικροοργανισμοί του γαστρεντερικού (Salmonella) ή αναερόβια βακτήρια (π.χ. σε ξένα σώματα, ανοιχτά κατάγματα, λοίμωξη τραύματος).
Οι παθογόνοι μικροοργανισμοί μπορεί να προκαλέσουν λοίμωξη της σπονδυλικής στήλης μέσω 3 οδών:
*αιματογενής διασπορά,
*άμεσος εξωγενής ενοφθαλμισμός ή
*επέκταση από γειτονικούς ιστούς.
Η αιματογενής αρτηριακή οδός είναι η κυριότερος τρόπος ανάπτυξης λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας, επιτρέποντας την διασπορά μιας λοίμωξης από απομακρυσμένες περιοχές στη σπονδυλική στήλη. Στα παιδιά, οι ενδοστικές αρτηρίες έχουν εκτεταμένες αναστομώσεις και αγγειακοί δίαυλοι διατιτραίνουν τους μεσοσπονδύλιους δίσκους. Επομένως, τα σηπτικά έμβολα συνήθως δεν προκαλούν σημαντικά οστικά έμφρακτα και η λοίμωξη συχνά περιορίζεται στον δίσκο. Αντίθετα, στους ενήλικες οι δίσκοι στερούνται αγγείων και οι ενδοστικές αναστομώσεις εξελίσσονται κατά την 3η δεκαετία της ζωής, δημουργώντας τελικές αρτηρίες, οπότε τα σηπτικά έμβολα μπορεί να προκαλέσουν μεγάλα οστικά έμφρακτα. Η συνεπακόλουθη επέκταση της λοίμωξης σε γειτονικούς δίσκους και σπονδύλους δημιουργεί την χαρακτηριστική αλλοίωση της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας. Το έμφρακτο, εάν είναι εκτεταμένο, οδηγεί σε γωνίωση, δημιουργία κοιλότητας και συμπιεστικά κατάγματα με συνεπακόλουθη σπονδυλική αστάθεια, παραμορφώσεις και κίνδυνο συμπίεσης του νωτιαίου μυελού. Η μη ελεγχόμενη λοίμωξη μπορεί να εισδύσει στα οστά και να διηθήσει τα πέριξ μαλακά μόρια, προκαλώντας παρασπονδυλικά αποστήματα ή αποστήματα του ψοΐτη, και να επεκταθεί προς τα πίσω, στον σπονδυλικό σωλήνα, σχηματίζοντας επισκληρίδια αποστήματα με περαιτέρω κίνδυνο παραπληγίας, υποσκληρίδιου αποστήματος και μηνιγγίτιδας. Οι αιματογενείς λοιμώξεις πολύ σπάνια προκαλούν πυογενή οστεομυελίτιδα των οπίσθιων σπονδυλικών στοιχείων (αυχένας σπονδυλικών τόξων, εγκάρσιες αποφύσεις, πέταλα και οπίσθιες ακανθώδεις αποφύσεις) λόγω της σχετικά πτωχής αιματικής τροφοδοσίας που έχουν φυσιολογικά τα ανατομικά αυτά στοιχεία, συγκριτικά με τα σπονδυλικά σώματα. Τα οπίσθια σπονδυλικά στοιχεία προσβάλλονται συχνότερα σε περιπτώσεις φυματιώδους και μυκητιασικής σπονδυλίτιδας. Η αιματογενής πυογενής σπονδυλοδισκίτιδα αναπτύσσεται εκλεκτικά στην Οσφυική ΜΣΣ και, λιγότερο συχνά, στην θωρακική και αυχενική ΣΣ με φθίνουσα συχνότητα (58%, 30% και 11% αντίστοιχα). Η ΑΜΣΣ προσβάλλεται συχνότερα σε χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών. Πολυεστιακή προσβολή παρατηρείται στο 4% των περιπτώσεων. Οι φυματιώδεις αλλοιώσεις προσβάλλουν συχνότερα την ΘΜΣΣ και περισσότερους από 2 (ενίοτε μη συνεχόμενους) σπονδύλους, συγκριτικά με την πυογενή σπονδυλοδισκίτιδα.
Ο άμεσος ενοφθαλμισμός είναι συνήθως ιατρογενής οφειλόμενος σε σπονδυλική επέμβαση, οσφυική παρακέντηση ή επισκληρίδιες διαδικασίες και αποτελεί το 25-30% των περιπτώσεων. Η μόλυνση εμφυτευμένου προσθετικού υλικού είναι σημαντικός προδιαθεσικός παράγοντας ανάπτυξης σπονδυλοδισκίτιδας. Σπάνια, η σπονδυλοδισκίτιδα μπορεί να ακολουθήσει τραυματισμό της σπονδυλικής στήλης από νύσσον όργανο ή πυροβόλο όπλο.
Οι σπονδυλικές λοιμώξεις σπάνια δημιουργούνται μετά από γειτονική επέκταση λοιμώδους εστίας, ρήξη οισοφάγου ή οπισθοφαρυγγικό απόστημα.
Στο 50% των περιπτώσεων σπονδυλοδισκίτιδας υπάρχει απομακρυσμένη λοιμώδης εστία (ουροποιογεννητικός σωλήνας, δέρμα και μαλακά μόρια, ενδαγγειακές συσκευές (5%), γαστρεντερικός σωλήνας, αναπνευστικός σωλήνας, στοματική κοιλότητα, λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).
Οι κυριότεροι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι:
*Σακχαρώδης διαβήτης (κυρίως)
*Προχωρημένη ηλικία
*Χρήση ενέσιμων ουσιών
*Ανοσοκαταστολή
*Κακοήθη νοσήματα
*Νεφρικά νοσήματα
*Ρευματολογικά νοσήματα
*Ηπατική κίρρωση
*Προηγηθείσες χειρουργικές επεμβάσεις στη ΣΣ 
Η σπονδυλοδισκίτιδα συνδέεται με πολλούς και διάφορους μικρο-οργανισμούς, αν και στην ουσία παραμένει μία μονομικροβιακή βακτηριδιακή λοίμωξη.
Ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος  είναι ο κυριότερος αιτιοπαθογόνος μικροοργανισμός και ευθύνεται για το 50% των περιπτώσεων μη φυματιώδους σπονδυλοδισκίτιδας. Οι ασθενείς ηλικίας >50 ετών, χωρίς εμφανή πύλη εισόδου της λοίμωξης έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης σπονδυλοδισκίτιδας από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο. Ο κίνδυνος ανάπτυξης σπονδυλοδισκίτιδας σε ασθενείς με βακτηριαιμία σχετιζόμενη με ενδαγγειακές συσκευές είναι στο 2.2%. Οι αρνητικοί στην κοαγκουλάση σταφυλόκοκκοι ευθύνονται για το 5–16% των περιπτώσεων λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας. Ο επιδερμικός σταφυλόκοκκος είναι το συχνότερο είδος σταφυλόκοκκου και συνδέεται με ενδοκαρδιακή βακτηριαιμία σχετιζόμενη με συσκευές και μετεγχειρητικές λοιμώξεις. 
Το Propionibacterium acnes κατατάσσεται στους συχνότερους λοιμογόνους παράγοντες και συνδέεται με βραδέως εξελισσόμενη μετεχειρητική δισκίτιδα, σχετιζόμενη συνήθως με εμφυτευμένα υλικά. 
Το Bacteroides fragilis και άλλα αναερόβια συνδέονται συνήθως με σπονδυλοδισκίτιδα με γειτονική επέκταση από ενδοπυελικές ή ενδοκοιλιακές λοιμώδεις εστίες.
Η βρουκέλλωση αποτελεί το κύριο αίτιο λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας στη λεκάνη της Μεσογείου και την Μέση Ανατολή.  Η οστική λοίμωξη από βρουκέλλα αποτελεί το 21–48% των σπονδυλικών λοιμώξεων. Σπονδυλοδισκίτιδα αναπτύσσει το 7.5-30% των ασθενών με βρουκέλλωση και οφείλεται συνήθως στην Brucella melitensis. Η λοίμωξη επισυμβαίνει δευτεροπαθώς στην κατανάλωση μη παστεριωμένων γαλακτοκομικών προϊόντων ή επαφή με μολυσμένα ζώα. Οι ασθενείς με βρουκέλλωση που αναπτύσσουν σπονδυλίτιδα τείνουν να είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία και να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια συμπτωμάτων.
Τα εντεροβακτηριοειδή αποτελούν το 7-33% των περιπτώσεων πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας. Οι περισσότερες περιπτώσεις σπονδυλοδισκίτιδας από εντεροβακτηριοειδή οφείλονται στο κολοβακτηρίδιο.
Η λοίμωξη από σαλμονέλλα είναι σπάνια και έχει αναφερθεί σε ασθενείς με δρεπανοκυτταρική νόσο, αλλά και σε ασθενείς χωρίς δρεπανοκυτταρική νόσο, σχετιζόμενη με αορτικά μυκωτικά ανευρύσματα.
Η Kingella kingae είναι πιθανώς ο δεύτερος συχνότερος μικροοργανισμός που ευθύνεται για σπονδυλοδισκίτιδα στα παιδιά.
Οι μυκητιασικές σπονδυλοδισκίτιδες είναι σπάνιες (0.5–1.6%, συνήθως έως 6.9%). Οι λοιμώξεις αυτές συνδέονται ισχυρά με ανοσοκαταστολή (θεραπεία με κορτικοστεροειδή, ουδετεροπενία, χρόνια κοκκιωματώδη νοσήματα).
Η φυματίωση είναι το συχνότερο αίτιο σπονδυλικής λοίμωξης παγκοσμίως και ευθύνεται για το 9-46% των περιπτώσεων λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας στις ανεπτυγμένες χώρες. Ο σκελετός προσβάλλεται στο 1-3% των ασθενών με φυματιώδη λοίμωξ. Στο 50% των περιπτώσεων η ΤΒ εντοπίζεται εκτός της σπονδυλικής στήλης.
Τα συμπτώματα της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας είναι άτυπα και για αυτό βασικό χαρακτηριστικό της είναι η καθυστερημένη διάγνωση.
Οι πάσχοντες από λοιμώδη σπονδυλοδισκίτιδα πολύ συχνά έχουν πόνο στην οσφύ ή τον αυχένα, αλλά, έως 15% των περιπτώσεων, είναι ασυμπτωματικοί.
Ο πόνος μπορεί να είναι συνεχής (σ΄όλη την διάρκεια του 24ώρου) και να χειροτερεύει στην διάρκεια της νύχτας. Συχνά έχει χαρακτήρες ριζαλγίας και ακτινοβολεί στον θώρακα ή την κοιλιά και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη διάγνωση ή ακόμα και σε χειρουργικές επεμβάσεις. Γενικά ισχύει ο κανόνας πως ένας συνεχής πόνος ο οποίος επιδεινώνεται στη διάρκεια της νύχτας είναι ισχυρή ένδειξη φλεγμονώδους βλάβης (π.χ. σπονδυλοδισκίτιδας).
Πυρετός είναι λιγότερο συχνός και παρατηρείται στο 50% των περιπτώσεων. Πυρετό έχουν λιγότερο συχνά οι ασθενείς με φυματιώδη σπονδυλίτιδα. 
Το 1/3 των ασθενών με λοιμώδη σπονδυλοδισκίτιδα έχει νευρολογικές διαταραχές, όπως αδυναμία του σκέλους, παράλυση, αισθητικές διαταραχές, ριζοπάθεια και απώλεια των σφιγκτήρων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι πιθανότερο να συνδέονται με επισκληρίδιο απόστημα, καθυστέρηση στη διάγνωση και αυχενικές αλλοιώσεις. Παράγοντες κινδύνου για παράλυση επίσης περιλαμβάνουν σακχαρώδη διαβήτη, προχωρημένη ηλικία και χρήση κορτικοστεροειδών.
Οι σπονδυλικές παραμορφώσεις, κυρίως κύφωση και σχηματισμός ύβου, είναι συχνότερες σε ασθενείς με φυματιώδη σπονδυλίτιδα. 
Το συχνότερο κλινικό εύρημα σε περιπτώσεις λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας είναι η ευαισθησία. Η ευαισθησία παρατηρείται στο 78–97% των ασθενών και συχνά συνδέεται με περιορισμό του εύρους κίνησης και παρασπονδυλικό μυικό σπασμό. Σπάνια υπάρχει μία κλυδάζουσα μάζα και συχνά εκλύεται ισχιαλγικός πόνος.
Τα παιδιά με λοιμώδη σπονδυλοδισκίτιδα έχουν άτυπα συμπτώματα: είναι ευρέθιστα, χωλαίνουν, αρνούνται να έρπουν, καθήσουν ή περπατήσουν, έχουν πόνο στο ισχίο ή ακόμα και κοιλιακό πόνο. Μερικές φορές η λοιμώδης σπονδυλοδισκίτιδα παρουσιάζεται με ακράτεια. Ο πυρετός είναι λιγότερο συχνός στα μικρά παιδιά με λοιμώδη σπονδυλοδισκίτιδα, συγκριτικά με τα μεγαλύτερα παιδιά με σπονδυλική οστεομυελίτιδα. Η κλινική εξέταση δείχνει συνήθως απώλεια της οσφυικής λόρδωσης και της κινητικότητας της οσφύος. Σε σύγκριση με τους ενήλικες, τα παιδιά είναι λιγότερο πιθανό να έχουν συννοσηρότητες και νευρολογικές διαταραχές είναι ασυνήθιστες.
Η CRP και η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ) είναι σχεδόν πάντα υψηλές, ενώ ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να παραμείνει φυσιολογικός. Οι καλλιέργειες αίματος είναι θετικές μόνο στο 24%-59% των περιπτώσεων. Σε πιθανή φυματίωση, η δερμοαντίδραση φυματίνης (Mantoux) είναι χρήσιμη στη διερεύνηση παρούσας ή προηγούμενης έκθεσης στο μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.
Η ΤΚΕ είναι ευαίσθητος δείκτης ύπαρξης λοίμωξης, αλλά στερείται ειδικότητας. Συνήθως αυξάνεται στο 90% των περιπτώσεων, με μέσες τιμές κυμαινόμενες από 43-87 mm/h.
Η CRP, όπως και η ΤΚΕ, αυξάνεται στην πλειοψηφία των ασθενών με λοιμώδη σπονδυλοδισκίτιδα. Μερικοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι είναι ο καλύτερος δείκτης παρακολούθησης της ανταπόκρισης στη θεραπεία. 
Τα λευκά αιμοσφαίρια αυξάνονται στο 1/3 των ασθενών με σπονδυλοδισκίτιδα. Οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς και οι ασθενείς ηλικίας >60 ετών είναι πιθανότερο να έχουν φυσιολογικά λευκά αιμοσφαίρια. Κατ΄άλλους, η ηλικία δεν φαίνεται να σχετίζεται με τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων.
Αλλοι συγγραφείς έχουν παρατηρήσει αύξηση του αριθμού των ουδετεροφίλων στην πυογενή σπονδυλίτιδα, συγκριτικά με την φυματιώδη ή μελιτοκοκκική σπονδυλίτιδα.
Περίπου 70% των ασθενών με σπονδυλοδισκίτιδα έχουν αναιμία και, σχεδόν οι μισοί, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του ορού.
Οι καλλιέργειες είναι θετικές στο 40-60% των περιπτώσεων πυογενούς σπονδυλοδισκίτιδας. Το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο στις μετεγχειρητικές λοιμώξεις, οπότε χρειάζεται βιοψία για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση, και μεγαλύτερο σε ασθενείς με περισσότερο παθογόνους μικρο-οργανισμούς και πυρεξία.
Οι βιοψιακές καλλιέργειες είναι θετικές στο 43-78% των περιπτώσεων. Η βιοψία μπορεί να γίνει διαδερμικά. Εάν η πρώτη βιοψία είναι αρνητική, μπορεί να γίνει και δεύτερη. Εάν η διαδερμική βιοψία είναι αρνητική μπορεί να γίνει χειρουργική βιοψία. Το 39% των βιοψιακών καλλιεργειών σε ύποπτες περιπτώσεις σπονδυλοδισκίτιδας, χωρίς προηγηθείσα έκθεση στα αντιβιοτικά, μπορεί να είναι αρνητικές.
Η ιστολογική εξέταση είναι πολύτιμη εναλλακτική εξέταση στις καλλιέργειες και μπορεί να διακρίνει τα πυογενή από τα κοκκιωματώδη νοσήματα. 
Οι ορολογικές εξετάσεις συνιστώνται σε περιπτώσεις ύποπτες για λοίμωξη από βρουκέλλα ή Bartonella henselae (ιδιαίτερα σε παιδιά συγχρωτιζόμενα με γάτες).
Οι απλές ακτινογραφίες έχουν ευαισθησία 82%, ειδικότητα 57% και ακρίβεια, 73%. Το σημαντικότερο μειονέκτημα της απλής ακτινογραφίας είναι η καθυστέρηση στην εμφάνιση των ακτινολογικών σημείων. Η ακολουθία των παθολογικών μεταβολών που απεικονίζονται στις απλές ακτινογραφίες είναι η διάβρωση των τελικών σπονδυλικών πλακών, η στένωση του μεσοσπονδύλιου διαστήματος, η οστική αραίωση του προσβεβλημένου σπονδύλου και η παρουσία παρασπονδυλικής «σκιάς» (ανάπτυξη παρασπονδυλικής μάζας μαλακών μορίων), η αντιδραστική οστεοσκλήρυνση και τελικά η καθίζηση του σπονδυλικού σώματος με συνοδό παραμόρφωση της σπονδυλικής (κύφωση / σκολίωση).
-Πρώιμες αλλοιώσεις:
*Υποχόνδριες ακτινοδιαυγάσεις,
*Απώλεια της σαφήνειας της τελικής σπονδυλικής πλάκας και
*Απώλεια του ύψους του δίσκου
-Οψιμες αλλοιώσεις :
*Καταστροφή της αντίθετης σπονδυλικής πλάκας,
*Απώλεια του ύψους του σπονδύλου και
*Παρασπονδυλικές μάζες μαλακών μορίων
Πάντως, οι αλλοιώσεις παρουσιάζονται 2-8 εβδομάδες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων και μπορεί να παρατηρηθούν ψευδώς θετικά αποτελέσματα λόγω εκφυλιστικών αλλοιώσεων.
Το σπινθηρογράφημα των οστών με μεθυλένο-διφωσφονικό τεχνήτιο 99mέχει ευαισθησία 90% και ειδικότητα 78%. Οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις συχνά οδηγούν σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Εναλλακτικά στο σπινθηρογράφημα των οστών με τεχνήτιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σπινθηρογράφημα με γάλλιο-67 είναι. Εάν και οι δύο αυτοί τύποι σπινθηρογραφημάτων συνδυασθούν έχουν ευαισθησία 90%, ειδικότητα 100% και ακρίβεια 94% . 
Η FDG-PET (fluorine-18 fluorodeoxyglucose positrone mission tomography) μπορεί να διαχωρίσει τις λοιμώξεις από τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις, ακόμα και όταν η MRI είναι αμφίβολη, αν και έχει μικρή ειδικότητα για τα νεοπλάσματα.
Η αξονική τομογραφία (CT) αποσαφηνίζει καλύτερα τις οστικές ανωμαλίες, όπως η πρώιμη καταστροφή των τελικών πλακών (πριν γίνει ορατή στην απλή ακτινογραφία), αποσπασθείσα δισκοκήλη ή σχηματισμός involucraκαι παθολογικές ασβεστώσεις ενδεικτικές ΤΒ.
Η CT είναι κατώτερη της MRI στην απεικόνιση του νευρικού ιστού και των αποστημάτων. Οι δισκικές αλλοιώσεις απεικονίζονται ως υπόπυκνες περιοχές. Η CT σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως για την ακτινολογική καθοδήγηση της σπονδυλικής βιοψίας.
Η MRI θεωρείται η μέθοδος εκλογής για την απεικονιστική διάγνωση της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας. Εχει ευαισθησία 96%, ειδικότητα, 93% και ακρίβεια, 94%.
Χαρακτηριστικά ευρήματα σε περιπτώσεις λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας:
*Ελάττωση της έντασης του σήματος από τους μεσοσπονδύλιους δίσκους και τα γειτονικά σπονδυλικά σώματα στις ακολουθίες Τ1  προσανατολισμού
*Αύξηση της έντασης του σήματος στις ακολουθίες Τ2 προσανατολισμού (οφειλόμενη στο οίδημα) και
*Απώλεια της σαφήνειας της τελικής πλάκας στις ακολουθίες Τ1 προσανατολισμού
*Η ενίσχυση των δίσκων, της σπονδυλικής στήλης και των πέριξ μαλακών ιστών με γαδολίνιο βελτιώνει την ακρίβεια της MRI, ιδιαίτερα σε πρώιμες λοιμώξεις, όταν άλλες αλλοιώσεις είναι ελάχιστες, και βοηθά στη διάκριση των λοιμωδών εξεργασιών από εκφυλιστικές αλλοιώσεις (ανωμαλίες Modic τύπου 1) ή νεοπλάσματα. 
Η φυματιώδης σπονδυλίτιδα φείδεται των μεσοσπονδυλίων δίσκων (γεγονός που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με νεοπλάσματα) και χαρακτηρίζεται από μεγάλα παρασπονδυλικά αποστήματα, αλλοιώσεις των οπίσθιων σπονδυλικών στοιχείων, μηνιγγική ενίσχυση και προσβολή πολλαπλών μη συνεχόμενων επιπέδων με μεγαλύτερη οστική καταστροφή των σπονδύλων.  
Η διάγνωση της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας βασίζεται στις κλινικές εκδηλώσεις και τα εργαστηριακά και ακτινολογικά ευρήματα. Πάντως, συχνά καθυστερεί ή διαλάθει της προσοχής λόγω της σπανιότητας και της αθόρυβης έναρξης της νόσου και της μεγάλης συχνότητας της οσφυαλγίας στον γενικό πληθυσμό.
Η έγκαιρη διάγνωση και η επιθετική συντηρητική ή χειρουργική θεραπεία είναι βασικές προϋποθέσεις για ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Οι γενικοί στόχοι της θεραπείας είναι η απομόνωση του υπεύθυνου μικροοργανισμού και η πρόληψη της βακτηριαιμίας και σηψαιμίας, η εξάλειψη της λοίμωξης, η μακροχρόνια ανακούφιση από τον πόνο, η πρόληψη ή και αναστροφή του νευρολογικού ελλείμματος, η αποκατάσταση της σταθερότητας της σπονδυλικής στήλης, η διόρθωση της παραμόρφωσης καθώς και η πρόληψη της υποτροπής. Ο βασικός άξονας για την αντιμετώπιση των βακτηριακών και παρασιτικών λοιμώξεων είναι η ανάπαυση και η ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών για τουλάχιστον 4-6 εβδομάδες, ανάλογα με την έκταση της λοίμωξης και τον υπεύθυνο μικροοργανισμό. Η αντιβιοτική θεραπεία δεν πρέπει να σταματήσει πριν από την αποκατάσταση των δεικτών φλεγμονής (CRP, ΤΚΕ, WBC). Αν και ο κλινοστατισμός ενδείκνυται για τα αρχικά στάδια της θεραπείας, η έγκαιρη κινητοποίηση του ασθενούς με τη βοήθεια κηδεμόνα συνιστάται. Οι βασικές αρχές θεραπείας περιλαμβάνουν επίσης τη βελτίωση της διατροφής και της ανοσολογικής κατάστασης του ασθενούς καθώς και την αντιμετώπιση των εξωσπονδυλικών εστιών λοίμωξης (π.χ. ουρολοίμωξη ή λοίμωξη του αναπνευστικού).
Ένδειξη για αλλαγή από συντηρητική σε χειρουργική θεραπεία είναι η επιμονή ή ακόμη και επιδείνωση της λοίμωξης παρά την επαρκή θεραπεία με αντιβιοτικά ή η παρουσία φαρμακευτικών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ., νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία) που περιορίζουν την περαιτέρω χρήση των κατάλληλων αντιβιοτικών στην απαιτούμενη δοσολογία.
Χειρουργική θεραπεία ενδείκνυται επίσης σε περιπτώσεις προοδευτικής εμφάνισης παραμόρφωσης και αστάθειας της σπονδυλικής στήλης ή εμφάνισης νευρολογικής σημειολογίας. Το κλειδί για την επιτυχή χειρουργική αντιμετώπιση είναι ο ριζικός χειρουργικός καθαρισμός. Αυτό έχει ευρέως αποδειχθεί για τη θεραπεία της φυματιώδους σπονδυλίτιδας, αλλά ισχύει επίσης και σε περιπτώσεις πυογόνου σπονδυλοδισκίτιδας.
Οι κυριότερες ενδείξεις χειρουργικής παρέμβασης είναι:
*Συμπίεση νευρικών στοιχείων
*Σπονδυλική αστάθεια λόγω εκτεταμένης οστικής καταστροφής
*Σοβαρή κύφωση ή
*Αποτυχία της συντηρητικης θεραπείας
*Άλλες πιθανές ενδείξεις:
-Ανθεκτικός πόνος  
-Επισκληρίδιο απόστημα (ακόμα και με την απουσία νευρολογικών διαταραχών). Σε περιπτώσεις παρασπονδυλικού και ενδοδισκικού αποστήματος μπορεί να γίνει εναλλακτικά ακτινολογικά καθοδηγούμενη διαδερμική παροχέτευση. 
-Η συμπίεση του νωτιαίου μυελού απαιτεί επείγουσα χειρουργική παρέμβαση. Η έκβαση είναι δυσμενέστερη εάν η παράλυση χρονολογείται από 24-36 ωρών, οπότε η χειρουργική επέμβαση μπορεί να αποδειχθεί ανώφελη. Πάντως, μερικοί ερευνητές έχουν αναφέρει βελτίωση των νευρολογικών διαταραχών μετά από αποσυμπίεση ακόμα και σε ασθενείς με μακροχρόνια εγκατεστημένη παράλυση.
Η θνητότητα της λοιμώδους σπονδυλοδισκίτιδας κυμαίνεται από 0-11%. Η πρώιμη θνητότητα σχετίζεται με μη ελεγχόμενη σηψαιμία.  Η χειρότερη επιπλοκή είναι η αναπηρία οφειλόμενη σε υπολειμματικές νευρολογικές διαταραχές ή σοβαρό πόνο, που παρατηρούνται στο 1/3 των ασθενών.
Υποτροπή της σπονδυλικής λοίμωξης μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα και πολλά χρόνια μετά την αρχική λοίμωξη. Η σκέψη της πρέπει να μπαίνει σε κάθε ασθενή που παρουσιάζεται με υποτροπιάζοντα πόνο, ανεξήγητο πυρετό, βακτηριαιμία, απώλεια βάρους ή αύξηση της ΤΚΕ. Η νεανική σπονδυλοδισκίτιδα έχει εξαίρετη πρόγνωση.
Βιβλιογραφία:
1."Spondylodiscitis: update on diagnosis and management", Theodore Gouliouris, Sani H. Aliyu and Nicholas M. Brown, J. Antimicrob. Chemother. (2010) 65 (suppl 3): iii11-iii24.
2."Current Diagnosis and Treatment of Spondylodiscitis", Rolf Sobottke at all., Dtsch Arztebl Int. 2008 Mar; 105(10): 181–187.
3."Spontaneous spondylodiscitis: presentation, risk factors, diagnosis, management, and outcome", Eftichia Kapsalaki at all.,  Int J Infect Dis. 2009, Volume 13, Issue 5, Pages 564–569.