Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΑΧΝΟΕΙΔΗΣ ΚΥΣΤΗ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΑΧΝΟΕΙΔΗΣ ΚΥΣΤΗ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Υπερεφιππιακή αραχνοειδής κύστη.

 


Μια υπερεφιππιακή αραχνοειδής κύστη (suprasellar arachnoid cyst) είναι μια καλοήθης, πληρούμενη με εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) κοιλότητα, η οποία αναπτύσσεται στην περιοχή ακριβώς πάνω από το τουρκικό εφίππιο (τη βάση του κρανίου όπου βρίσκεται ο αδένας της υπόφυσης). Αντιπροσωπεύει περίπου το 9% όλων των αραχνοειδών κυστών και εμφανίζεται συχνότερα στα παιδιά, αν και μπορεί να διαγνωστεί και σε ενήλικες. Οι περισσότερες είναι συγγενείς (υπάρχουν από τη γέννηση) και οφείλονται σε αναπτυξιακή διαταραχή κατά τη διαμόρφωση των μεμβρανών του εγκεφάλου.

Όταν η κύστη είναι μικρή, συνήθως δεν προκαλεί ενοχλήσεις και ανακαλύπτεται τυχαία σε μαγνητική (MRI) ή αξονική (CT) τομογραφία. Ωστόσο, λόγω της ευαίσθητης ανατομικής της θέσης, αν μεγαλώσει μπορεί να πιέσει ζωτικές δομές και να προκαλέσει:

Αποφρακτικό Υδροκέφαλο: Η κύστη πιέζει την τρίτη κοιλία του εγκεφάλου, εμποδίζοντας τη φυσιολογική ροή του ΕΝΥ. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη ενδοκράνια πίεση με συμπτώματα όπως επίμονους πονοκεφάλους, ναυτία, εμετό και λήθαργο.

Διαταραχές Όρασης: Λόγω άμεσης πίεσης στο οπτικό χιάσμα (το σημείο όπου διασταυρώνονται τα οπτικά νεύρα), μπορεί να προκληθεί μείωση της όρασης ή απώλεια των εξωτερικών οπτικών πεδίων.

Ορμονικά Προβλήματα: Η πίεση στον υποθάλαμο ή στον μίσχο της υπόφυσης μπορεί να διαταράξει το ενδοκρινικό σύστημα. Στα παιδιά, αυτό συχνά εκδηλώνεται ως πρώιμη ή καθυστερημένη ήβη και διαταραχές ανάπτυξης

Νευρολογικά Σημεία: Μπορεί να εμφανιστούν αστάθεια στο βάδισμα (αταξία), αναπτυξιακή καθυστέρηση ή το σπάνιο «σύνδρομο της κινούμενης κούκλας» (bobble-head doll syndrome), όπου το κεφάλι κάνει ακούσιες κινήσεις μπρος-πίσω.

Η εξέταση εκλογής για την διάγνωσή τους είναι η Μαγνητική Τομογραφία (MRI) Εγκεφάλου, η οποία και επιτρέπει στους νευροχειρουργούς:

-Να επιβεβαιώσουν ότι το περιεχόμενο είναι καθαρό ΕΝΥ.

-Να αξιολογήσουν τον βαθμό πίεσης στα οπτικά νεύρα και την υπόφυση.

-Να τη διαφοροποιήσουν από άλλες κυστικές βλάβες της περιοχής, όπως το κρανιοφαρυγγίωμα ή την κύστη σχισμής του Rathke.

Η αντιμετώπισή τους, εξαρτάται αποκλειστικά από την παρουσία συμπτωμάτων και το μέγεθος της κύστης:

Παρακολούθηση (Συντηρητική αντιμετώπιση): Αν η κύστη είναι μικρή, ασυμπτωματική και δεν προκαλεί υδροκέφαλο ή πίεση, συστήνεται απλή νευρολογική παρακολούθηση και επαναληπτικές μαγνητικές τομογραφίες σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Χειρουργική Επέμβαση: Εάν υπάρχουν συμπτώματα, προοδευτική αύξηση του μεγέθους ή υδροκέφαλος, η επέμβαση κρίνεται απαραίτητη. Οι κύριες μέθοδοι περιλαμβάνουν:

-Ενδοσκοπική Θυριδοποίηση (Endoscopic Fenestration): Αποτελεί τη σύγχρονη μέθοδο εκλογής. Μέσα από μια ελάχιστα επεμβατική διαδικασία, ο χειρουργός δημιουργεί ένα «παράθυρο» στο τοίχωμα της κύστης, επιτρέποντας στο εγκλωβισμένο υγρό να παροχετευτεί με ασφάλεια στις φυσιολογικές οδούς του εγκεφάλου.

-Τοποθέτηση Παροχέτευσης (Shunt): Εγκατάσταση ενός μόνιμου λεπτού σωλήνα (κυστεο-περιτοναϊκή παροχέτευση) που μεταφέρει το πλεονάζον υγρό από την κύστη στην κοιλιακή χώρα. Χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά πλέον λόγω του κινδύνου εξάρτησης ή έμφραξης της βαλβίδας.

Αραχνοειδείς κύστεις σπονδυλικής.

 


 

Οι νωτιαίες αραχνοειδείς κύστεις (spinal arachnoid cysts) είναι σπάνιες, καλοήθεις κύστεις πληρούμενες με εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ), οι οποίες αναπτύσσονται εντός του σπονδυλικού σωλήνα. 

Σχηματίζονται λόγω διαχωρισμού ή σχισίματος της αραχνοειδούς μήνιγγας, της λεπτής μεμβράνης που περιβάλλει και προστατεύει τον νωτιαίο μυελό. 

Οι περισσότερες κύστεις είναι ασυμπτωματικές και ανακαλύπτονται τυχαία, αλλά εάν μεγαλώσουν, μπορούν να πιέσουν τον νωτιαίο μυελό ή τις νευρικές ρίζες προκαλώντας νευρολογικά προβλήματα.

Ταξινόμηση ανά Θέση.

Ενδοσκληρίδιες (Intradural): Αναπτύσσονται στο εσωτερικό της σκληράς μήνιγγας, συνήθως στο πίσω μέρος (ραχιαία) του νωτιαίου μυελού.

Εξωσκληρίδιες (Extradural): Εντοπίζονται έξω από τη σκληρά μήνιγγα, συχνά επικοινωνώντας με τον ενδοσκληρίδιο χώρο μέσω μιας μικρής οπής.

Ενδομυελικές (Intramedullary): Εξαιρετικά σπάνιες κύστεις που σχηματίζονται στο εσωτερικό του ίδιου του νωτιαίου μυελού.

Εμφανίζονται στις ακόλουθες τοποθεσίες:

    θωρακική μοίρα: 80%

    αυχενική μοίρα:  15%

    οσφυική μοίρα:     5%

Αίτια Εμφάνισης.

Πρωτοπαθείς (Συγγενείς): Υπάρχουν από τη γέννηση και οφείλονται σε ανωμαλία κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη του σπονδυλικού σωλήνα.

Δευτεροπαθείς (Επίκτητες): Αναπτύσσονται αργότερα στη ζωή λόγω τραύματος στη σπονδυλική στήλη, αιμορραγίας, μηνιγγίτιδας, φλεγμονής (αραχνοειδίτιδα) ή ως επιπλοκή χειρουργικών επεμβάσεων και οσφυονωτιαίας παρακέντησης.

Συμπτώματα.

Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το μέγεθος και τη θέση της κύστης:

Πόνος: Εντοπίζεται στην πλάτη ή στη μέση και μπορεί να αντανακλά στα άκρα (ριζοπάθεια).

Κινητικές διαταραχές: Αδυναμία στα πόδια ή στα χέρια, σπαστικότητα και δυσκολία στη βάδιση.

Αισθητικές διαταραχές: Μούδιασμα, μυρμήγκιασμα (παραισθησία) ή απώλεια αίσθησης.

Διαταραχές σφιγκτήρων: Ακράτεια ή κατακράτηση ούρων και κοπράνων σε σοβαρές περιπτώσεις πίεσης.

Διάγνωση.

Μαγνητική Τομογραφία (MRI): Αποτελεί την εξέταση εκλογής, καθώς απεικονίζει καθαρά την κύστη, το περιεχόμενο υγρό και τον βαθμό πίεσης του νωτιαίου μυελού.

Αξονική Μυελογραφία (CT Myelography): Βοηθά στον εντοπισμό του σημείου επικοινωνίας και της ροής του υγρού μεταξύ της κύστης και του υπαραχνοειδούς χώρου.

Θεραπευτική Αντιμετώπιση.

Συντηρητική παρακολούθηση: Για ασυμπτωματικές κύστεις συνιστάται τακτικός κλινικός και απεικονιστικός έλεγχος με MRI.

Χειρουργική επέμβαση: Απαραίτητη όταν υπάρχουν προοδευτικά νευρολογικά συμπτώματα. Οι επιλογές περιλαμβάνουν:

Θυριδοποίηση (Fenestration) ή Μαρσιποποίηση (Marsupialization): Δημιουργία ανοιγμάτων στο τοίχωμα της κύστης για την ελεύθερη αποστράγγιση του υγρού.

Πλήρης εξαίρεση: Χειρουργική αφαίρεση ολόκληρης της κύστης και σύγκλιση του σημείου επικοινωνίας με τη μήνιγγα για αποφυγή υποτροπής.

Τοποθέτηση παράκαμψης (Shunting): Εισαγωγή ενός μικρού σωλήνα για τη συνεχή παροχέτευση του υγρού της κύστης σε άλλη κοιλότητα του σώματος.

Καλοήθης ενδοκοιλιακή κύστη.

Η καλοήθης ενδοκοιλιακή κύστη, που αναφέρεται συχνά ως ενδοκοιλιακή αραχνοειδης κύστη ή απλή ενδοκοιλιακή κύστη αντιπροσωπεύει μια ασυνήθιστη αιτία ενδοκοιλιακών κυστικών βλαβών. Είναι σπάνια και συνήθως ασυμπτωματική.
Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε (αν και αυτό έχει μικρή κλινική σημασία) ότι ο όρος ενδοκοιλιακή αραχνοειδής κύστη χρησιμοποιείται ως επικαλυπτικός όρος για έναν αριθμό κύστεων που μοιράζονται ταυτόσημα απεικονιστικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, αλλά είναι ιστολογικώς διακριτές μεταξύ τους. Μερικές είναι πράγματι ένα είδος αραχνοειδούς κύστεως, ενώ άλλες είναι επενδυματικές κύστεις, νευροπεπιθηλιακές κύστεις ή πολύ μεγάλες κύστεις των χοριοειδών πλεγμάτων. 
Όπως κι οι υπόλοιπες αραχνοειδής κύστεις σε άλλα σημεία του εγκεφάλου, συνήθως είναι ασυμπτωματικές και ανακαλύπτονται τυχαία. Όταν μια κύστη γίνει συμπτωματική, ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει κεφαλαλγία, σημεία και συμπτώματα αποφρακτικής υδροκεφαλίας, εστιακές επιληπτικές κρίσεις νευρολογίας ή εστιακή νευρολογική σημειολογία.    
Οι ενδοκοιλιακές "αραχνοειδείς" κύστεις αντιπροσωπεύουν έναν αριθμό διαφορετικών απλών κυστικών δομών, που διαφέρουν μόνο στην ιστολογία του τοιχώματός τουςΣε αντίθεση με τις κοινές αραχνοειδείς κύστεις που βρίσκονται στο υπαραχνοειδή χώρο, η προέλευση αυτών των βλαβών είναι αμφιλεγόμενη, καθώς δεν υπάρχει αραχνοειδής μήνιγγα εντός του κοιλιακού συστήματος. 
Μεγάλη σημασία έχει η διαφορική τους διάγνωση από των άλλων ενδοκοιλιακών κυστικών βλαβών και κυρίως από: 
*νευροεπιθηλιακή κύστη,
*επενδυματική κύστη,
*κολλοειδή κύστη,
*κύστη χοριοειδούς πλέγματος ,
*ξανθοκοκκίωμα χοριοειδούς πλέγματος,
*κυστικέρκωση,
*συγγενείς ανατομικές παραλλαγές: κοιλία διαφανούς διαφράγματος, κοιλία χοριοειδούς ιστίου, κοιλία του κρασπέδου (cavum vergae).
Οι ενδοκοιλιακές αραχνοειδείς κύστεις είναι μη-νεοπλασματικές, καλοήθεις και συνήθως ασυμπτωματικές. Σε αυτήν την περίπτωση η απλή παρακολούθησή τους συνιστάται. Αν είναι μεγάλες ή συμπτωματικές ή δεν έχουν τυπική απεικονιστική εικόνα και θέτουν υποψίες για άλλη παθολογία, πρέπει να αντιμετωπίζονται χειρουργικά και συνήθως ενδοσκοπικά. 

Βιβλιογραφία:
1."Intraventricular arachnoid cyst-on the origin of intraventricular arachnoid cysts.", Okamura K, Watanabe M, Inoue N, No To Shinkei. 1996 Nov;48(11):1015-21.
3."Intraventricular arachnoid cyst: Report of two cases.", Hiroyuki Nakase, Manabu Hisanaga, Shigeo Hashimoto, Journal of Neurosurgery, March 1988 / Vol. 68 / No. 3 / Pages 482-486.
4."Intraventricular choroid plexus “arachnoid” cyst: MRI findings.", J. Pelletier, L. Milandre, J. C. Péragut, S. Crongvist, Neuroradiology, December 1990, Volume 32, Issue 6, pp 523–525.
5."Intraventricular arachnoid cyst.", Rico-Cotelo M, Diaz-Cabanas L, Allut AG, Gelabert-Gonzalez M, Rev Neurol. 2013 Jul 1;57(1):25-8.


Ευμεγέθης αραχνοειδής κύστη-Galassi ΙΙΙ.

Το σύστημα ταξινόμησης Galassi χρησιμοποιείται για την κατάταξη των  αραχνοειδών κύστεων:
Τύπος Ι:  μικρή, ατρακτοειδή, περιορίζεται στο πρόσθιο τμήμα του  μέσου κρανιακού βόθρου, συνήθως με ελεύθερη επικοινωνία με τον υπαραχνοειδή χώρο.
Τύπος ΙΙ:  μεγαλύτερη με επέκταση από την πλαγία σχισμή του Sylvian που παρεκτοπίζει τον κροταφικό λοβό.
Τύπος ΙΙΙ:  μεγάλη, καταλαμβάνει ολόκληρο τον μέσο κρανιακό βόθρο, που μετατοπίζει  όχι μόνο τον κροταφικό λοβό, αλλά και τον μετωπιαίο και τον βρεγματικό. Συνήθως εμφανίζει μικρή ή και καθόλου επικοινωνία με τον υπαραχνοειδή χώρο.

Αραχνοειδής Κύστη.

Οι αραχνοειδείς κύστεις αποτελούν τον πιο συχνό τύπο εγκεφαλικών κύστεων. Αφορούν συγγενείς βλάβες που προκύπτουν ως αποτέλεσμα της διαίρεσης της αραχνοειδούς μήνιγγας. Η αραχνοειδής μήνιγγα είναι μια λεπτότατη μεμβράνη γύρω από τον εγκέφαλο – εξ’ ου και το όνομά της, σαν τον ιστό της αράχνης. Σε ορισμένους ανθρώπους η μεμβράνη αναδιπλώνεται και σχηματίζει μια κύστη που περιέχει εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Συνεπώς οι αραχνοειδείς κύστεις δεν είναι όγκοι αλλά κοιλότητες που πληρούνται από υγρό και πολύ σπάνια θα δώσουν συμπτώματα.
Οι περισσότερες περιπτώσεις αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας ως τυχαίο εύρημα σε μια αξονική τομογραφία που γίνεται για άλλο λόγο. Σε σπάνιες περιπτώσεις η αραχνοειδής κύστη είναι τόσο μεγάλη ώστε να πιέζει τον εγκέφαλο και να προκαλεί συμπτωματολογία. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις η διάγνωση μπορεί να καθυστερήσει μέχρι την μέση ηλικία.
Οι αραχνοειδείς κύστεις παρατηρούνται σε ποσοστό 1,1% του πληθυσμού, με κατανομή 2:1 άνδρες:γυναίκες. Μόνο όμως το 20% από αυτούς έχουν συμπτώματα  αφορούντα την κύστη. Η επίπτωσή τους αναφέρεται σε ιστοπαθολογικές µελέτες να ποικίλει από 0.1 έως 0.7% όλων των ενδοκρανιακών χωροκατακτητικών βλαβών.
Η ακριβής αιτία των αραχνοειδών κύστεων δεν είναι γνωστή. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι οι περισσότερες περιπτώσεις είναι αναπτυξιακές δυσμορφίες που προκύπτουν από την ανεξήγητη διάσπαση ή απόσχιση από την αραχνοειδή μεμβράνη.Οι περισσότερες περιπτώσεις αντιπροσωπεύουν συγγενείς βλάβες (πρωτοπαθείς αραχνοειδείς κύστεις) προερχόµενες από διαταραχές στη ροή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στην πρώιµη φάση σχηµατισµού του υπαραχνοειδούς χώρου. Οι συγγενείς αραχνοειδείς κύστεις συνήθως βρίσκονται στη σχισµή του Silvius και ταξινοµούνται σε τρεις οµάδες κατά Galassi αναλόγως του µεγέθους τους και της σχέσης τους µε τη σχισµή του Sylvius. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αραχνοειδείς  κύστεις που αφορούν στο μέσο βόθρο συνοδεύονται από υπανάπτυξη (υποπλασία) ή συμπίεση του κροταφικού λοβού.
Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις, όπου κληρονομικές διαταραχές σχετίζονται με αραχνοειδείς κύστεις. Οι αραχνοειδείς κύστεις μπορεί επίσης να εμφανιστούν ως απότοκος άλλων διαταραχών, όπως το σύνδρομο Marfan, η αραχνοειδίτιδα, ή η αγενεσία του μεσολοβίου.
Οι δευτεροπαθείς αραχνοειδείς κύστεις µπορεί να αναπτυχθούν σε µεταβολικά νοσήµατα του εγκεφάλου, µετά από κάκωση κεφαλής, ή ως επακόλουθο µηνιγγίτιδας, χωροκατακτητικής εξεργασίας του εγκεφάλου ή αιµορραγίας, ή ακόµη και ιατρογενώς µετά από νευροχειρουργικές επεµβάσεις ή από υπέρµετρη παροχέτευση εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Αν και µπορεί να δηµιουργηθούν σε οποιαδήποτε θέση υπάρχει αραχνοειδής µήνιγγα, εµφανίζονται πιο συχνά στην επιφάνεια του εγκεφάλου στο επίπεδο των κύριων εγκεφαλικών σχισµών. Περίπου οι µισές από τις αραχνοειδείς κύστεις ανευρίσκονται στο µέσο κρανιακό βόθρο.
Τα κλινικά συμπτώματα της αραχνοειδούς κύστης του εγκεφάλου εμφανίζονται σε περίπου 20% των περιπτώσεων, πολύ συχνά σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 20 ετών. Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, οι περισσότεροι ασθενείς δεν εμφανίζουν εμφανή συμπτώματα. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων εξαρτάται από την εντόπιση και το μέγεθος της κύστης.
Επιπλοκές μπορεί να συμβούν όταν μια κύστη έχει υποστεί βλάβη λόγω τραύματος στο κεφάλι. Το τραύμα μπορεί να κάνει το υγρό από μια κύστη να διαρρεύσει στον υπαραχνοειδή χώρο. Τα αιμοφόρα αγγεία μπορεί να αιμορραγήσουν στην κύστη (ενδοκυστική αιμορραγία), με συμπτώματα της αυξημένης πίεσης μέσα στο κρανίο και σημεία  συμπίεσης των γύρω ιστών.
Οι περισσότερες κύστεις που θα εκδηλώσουν κλινική σημειολογία, εντοπίζονται χρονικά νωρίς στην παιδική ηλικία. Τα συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με το μέγεθος και τη θέση της κύστης, αν και μικρές κύστεις συνήθως δεν έχουν συμπτώματα και σπάνια αυξάνουν σε μέγεθος.
Σε μεγάλες κύστεις μπορεί να εμφανιστούν τα εξής συμπτώματα:
-Κρανιακή παραμόρφωση ή μακροκεφαλία (διεύρυνση του κεφαλιού), ιδιαίτερα σε παιδιά.
-Οι κύστεις στην περιοχή υπερεφιππίου στα παιδιά επιπλέουν και κουνώντας το κεφάλι εμφανίζεται το σημείο bobble-head ή σύνδρομο της κούκλας.
-Οι κύστεις στον αριστερό μέσο κρανιακό βόθρο έχουν συσχετιστεί με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής σε μια μελέτη.
-Πονοκέφαλος.  Οι αραχνοειδείς κύστεις αντιπροσωπεύουν μόλις το 2,6% των ασθενών σε ασθενείς με ημικρανίες και οι κύστεις βρίσκονται στην κροταφική περιοχή στο 75% αυτών των περιπτώσεων.
-Επιληψίες.
-Υδροκεφαλία (η υπερβολική συσσώρευση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού).
-Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση.
-Αναπτυξιακή καθυστέρηση.
-Αλλαγές στη συμπεριφορά.
-Ναυτία.
-Ημιπάρεση (αδυναμία ή παράλυση στη μία πλευρά του σώματος).
-Αταξία (έλλειψη ελέγχου των μυών).
-Παραισθησίες.
-Προγεροντική άνοια, μια κατάσταση που συνήθως σχετίζεται με τη νόσο του Alzheimer.
-Σε ηλικιωμένους ασθενείς (άνω των 65 ετών), τα συμπτώματα είναι παρόμοια με το χρόνιο υποσκληρίδιο αιμάτωμα ή τον υδροκέφαλο φυσιολογικής πίεσης.
-Άνοια.
-Ακράτεια ούρων.
-Ημιπάρεση.
-Ειδικά συμπτώματα ανάλογα με την τοποθεσία.
-Μια αραχνοειδής κύστη μπορεί να μιμηθεί τη νόσο του Menier.
-Οι μετωπιαίες  αραχνοειδείς κύστεις έχουν συσχετιστεί με την κατάθλιψη.
-Οι κύστεις στο αριστερό κροταφικό λοβό έχουν συσχετιστεί με ψύχωση
-Μια αριστερή μετωπιαία κύστη πιο συγκεκριμένα μπορεί να έχει  συμπτώματα της αλεξιθυμίας.
-Ένας ασθενής με μια κύστη στον αριστερό μέσο κρανιακό βόθρο έχει ακουστικές ψευδαισθήσεις.
-Οι ασθενείς με κύστεις στον αριστερό κροταφικό λοβό μπορεί να έχουν διαταραχές της διάθεσης παρόμοιες με μανιοκατάθλιψη (διπολική διαταραχή) και επιθετικότητα.
Η αξονική τομογραφία (CT) είναι πλέον κατάλληλη για την διάγνωση των αραχνοειδών κύστεων, αλλά καλλίτερη είναι η Μαγνητική (MRI). Συχνά, οι αραχνοειδείς κύστεις είναι τυχαία ευρήματα στις μαγνητικές τομογραφίες που γίνονται για άλλους ιατρικούς λόγους.
Πρόσθετα κλινικά εργαλεία αξιολόγησης μπορούν να είναι χρήσιμα για την αξιολόγηση ενός ασθενούς με αραχνοειδείς κύστεις, όπως το μίνι-Mental State Examination (MMSE), που είναι ένα σύντομο ερωτηματολόγιο για την εκτίμηση της νόησης.
Οι περισσότερες αραχνοειδείς κύστεις είναι ασυμπτωματικές και δεν απαιτείται θεραπεία. Μια αραχνοειδής κύστη που βρέθηκε ως τυχαίο εύρημα σε μια αξονική τομογραφία και δεν προκαλεί συμπτώματα δεν χρειάζεται αντιμετώπιση, παρά μόνο παρακολούθηση. 
Η θεραπεία μπορεί να είναι απαραίτητη όταν οι αραχνοειδείς κύστεις είναι συμπτωματικές.
Μία ποικιλία μεθόδων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποσυμπίεση  της κύστης, αλλά οι πλέον ενδεδειγμένες είναι δύο:
-η εσωτερική παροχέτευση προς την περιτοναϊκή κοιλότητα (cystoperitoneal shunt) με σκοπό την παροχέτευση του ΕΝΥ.
-η εκτομή  της κάψας της κύστης και η παροχέτευσή της προς τον υπαραχνοειδή χώρο (fenestration).
Η φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να αντιμετωπίσει ειδικά συμπτώματα όπως είναι οι επιληπτικές κρίσεις ή ο πονοκέφαλος.