Πολλαπλή μηνιγγιωμάτωση.

Κεφαλαιμάτωμα.

 


 

Το κεφαλαιμάτωμα (cephalohematoma) είναι η συγκέντρωση αίματος κάτω από το περιόστεο, δηλαδή τη μεμβράνη που καλύπτει εξωτερικά τα οστά του κρανίου. Αν και η πάθηση είναι ευρύτερα γνωστή ως νεογνική κάκωση, μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα οποιασδήποτε ηλικιακής ομάδας κατόπιν σοβαρού τραυματισμού. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του είναι ότι το αίμα περιορίζεται αυστηρά έξω από το οστό του κρανίου, πράγμα που σημαίνει ότι η ίδια η συλλογή δεν ασκεί πίεση στον εγκέφαλο.

1. Νεογνικό Κεφαλαιμάτωμα (Στα βρέφη).
Στα νεογνά, το κεφαλαιμάτωμα αποτελεί μια συχνή και, κατά κανόνα, καλοήθη επιπλοκή του τοκετού. Εμφανίζεται περίπου στο 1% με 2% των φυσιολογικών γεννήσεων.
Αίτια και Μηχανισμός:
Προκαλείται από τη μηχανική πίεση και τις δυνάμεις τριβής που ασκούνται στο κεφάλι του εμβρύου κατά τη δίοδό του από το κανάλι του τοκετού. Οι δυνάμεις αυτές προκαλούν ρήξη στα μικρά αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν το οστό κάτω από το περιόστεο.
Οι βασικότεροι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν:

    Υποβοηθούμενος τοκετός: Η χρήση εμβρυουλκίας (λαβίδων) ή βεντούζας αυξάνει κατακόρυφα την πιθανότητα εμφάνισης.
    Παρατεταμένο στάδιο εξώθησης: Όταν η κεφαλή πιέζεται για πολλή ώρα στα οστά της πυέλου της μητέρας.
    Μακροσωμία: Μωρά με μεγάλο βάρος γέννησης.

Κλινική Εικόνα:

    Καθυστερημένη Εμφάνιση: Το πρήξιμο σπάνια είναι ορατό αμέσως μετά τη γέννηση. Συνήθως αναπτύσσεται σταδιακά εντός 24 έως 72 ωρών.
    Περιορισμός από τις Ραφές: Το περιόστεο είναι σταθερά προσφυόμενο στις άκρες (ραφές) κάθε οστού του κρανίου. Επομένως, το κεφαλαιμάτωμα δεν ξεπερνά ποτέ τις κρανιακές ραφές και εντοπίζεται πάνω από ένα συγκεκριμένο οστό (συνήθως το βρεγματικό).
  Σταδιακή Σκληρυνση: Αρχικά η ψηλάφηση δείχνει μια μαλακή, κλυδάζουσα μάζα. Μετά από 2-3 εβδομάδες, η περιφέρεια αρχίζει να ασβεστοποιείται και να σκληραίνει, δίνοντας την ψευδαίσθηση «κρατήρα» ή κατάγματος.

2. Κεφαλαιμάτωμα σε Παιδιά και Ενήλικες.
Σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες, η ανατομική θέση της αιμορραγίας είναι ίδια, όμως το υπόβαθρο, η διάγνωση και η σοβαρότητα της κατάστασης διαφέρουν ριζικά.
Αίτια και Κίνδυνοι.
Στους ενήλικες, το κεφαλαιμάτωμα δεν αποτελεί αυτόματη διαδικασία αλλά είναι αποτέλεσμα κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης.    

Τροχαία ατυχήματα, πτώσεις από ύψος, εργατικά ατυχήματα ή βίαια χτυπήματα κατά τη διάρκεια αθλημάτων.

Νευροχειρουργικές επεμβάσεις (ως σπάνια μετεγχειρητική επιπλοκή μετά από μια κρανιοτομή).

Επειδή το κρανίο του ενήλικα είναι πλήρως σχηματισμένο και εξαιρετικά σκληρό, η δύναμη που απαιτείται για να αποκολληθεί το περιόστεο και να προκληθεί κεφαλαιμάτωμα είναι πολύ μεγάλη. Για τον λόγο αυτό, στους ενήλικες υπάρχει υψηλότατο ποσοστό συνύπαρξης κατάγματος του κρανίου ή ενδοκράνιας αιμορραγίας (π.χ. υποσκληρίδιο ή επισκληρίδιο αιμάτωμα).
Συμπτωματολογία στους Ενήλικες.
Σε αντίθεση με τα νεογνά, στους ενήλικες η κλινική εικόνα περιλαμβάνει:

    Έντονο τοπικό πόνο και ευαισθησία στην ψηλάφηση.
    Κεφαλαλγία (πονοκέφαλο) και ζάλη.
    Εκχυμώσεις (μώλωπες) στο τριχωτό της κεφαλής.

Διάγνωση και Διαφορική Διάγνωση.
Η διαγνωστική προσέγγιση εξαρτάται άμεσα από την ηλικία του ασθενούς.
Στα Βρέφη: Η διάγνωση είναι κλινική (με απλή ψηλάφηση και εξέταση από τον παιδίατρο). Πρέπει να διαφοροποιείται από την προκεφαλή (caput succedaneum), η οποία είναι απλό οίδημα (υγρό) των μαλακών μορίων, εμφανίζεται αμέσως στη γέννηση και ξεπερνά ελεύθερα τις κρανιακές ραφές.

Στους Ενήλικες: Η κλινική εξέταση δεν επαρκεί. Είναι υποχρεωτική η διενέργεια Αξονικής Τομογραφίας (CT) ή Μαγνητικής Τομογραφίας (MRI) κεφαλής προκειμένου να αποκλειστεί η ύπαρξη εσωτερικής εγκεφαλικής βλάβης ή κατάγματος.

Θεραπευτική Προσέγγιση και Αντιμετώπιση.

   Συντηρητική Αντιμετώπιση (Κατ' εξοχήν): Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων (ειδικά στα βρέφη και στα μικρά αιματώματα ενηλίκων), η θεραπεία συνίσταται σε απλή παρακολούθηση. Το σώμα απορροφά το παγιδευμένο αίμα φυσικά μέσα σε διάστημα 3 εβδομάδων έως 4 μηνών.
    Απαγόρευση Παρακέντησης: Η εισαγωγή βελόνας για την αναρρόχηση του αίματος απαγορεύεται αυστηρά σε όλες τις ηλικίες. Η διαδικασία αυτή αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο εισαγωγής μικροβίων, μετατρέποντας μια κλειστή, στείρα συλλογή σε σοβαρή μόλυνση (οστεομυελίτιδα του κρανίου).
    Χειρουργική Παρέμβαση: Εφαρμόζεται σπάνια και κυρίως σε ενήλικες. Ενδείκνυται εάν το αιμάτωμα είναι εξαιρετικά μεγάλο, εάν επιμολυνθεί, ή εάν οδηγήσει σε χρόνιο ασβεστοποιημένο κεφαλαιμάτωμα, το οποίο προκαλεί μόνιμη παραμόρφωση του κρανίου και απαιτεί νευροχειρουργική αποκατάσταση (κρανιοπλαστική).


Υπερεφιππιακή αραχνοειδής κύστη.

 


Μια υπερεφιππιακή αραχνοειδής κύστη (suprasellar arachnoid cyst) είναι μια καλοήθης, πληρούμενη με εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) κοιλότητα, η οποία αναπτύσσεται στην περιοχή ακριβώς πάνω από το τουρκικό εφίππιο (τη βάση του κρανίου όπου βρίσκεται ο αδένας της υπόφυσης). Αντιπροσωπεύει περίπου το 9% όλων των αραχνοειδών κυστών και εμφανίζεται συχνότερα στα παιδιά, αν και μπορεί να διαγνωστεί και σε ενήλικες. Οι περισσότερες είναι συγγενείς (υπάρχουν από τη γέννηση) και οφείλονται σε αναπτυξιακή διαταραχή κατά τη διαμόρφωση των μεμβρανών του εγκεφάλου.

Όταν η κύστη είναι μικρή, συνήθως δεν προκαλεί ενοχλήσεις και ανακαλύπτεται τυχαία σε μαγνητική (MRI) ή αξονική (CT) τομογραφία. Ωστόσο, λόγω της ευαίσθητης ανατομικής της θέσης, αν μεγαλώσει μπορεί να πιέσει ζωτικές δομές και να προκαλέσει:

Αποφρακτικό Υδροκέφαλο: Η κύστη πιέζει την τρίτη κοιλία του εγκεφάλου, εμποδίζοντας τη φυσιολογική ροή του ΕΝΥ. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη ενδοκράνια πίεση με συμπτώματα όπως επίμονους πονοκεφάλους, ναυτία, εμετό και λήθαργο.

Διαταραχές Όρασης: Λόγω άμεσης πίεσης στο οπτικό χιάσμα (το σημείο όπου διασταυρώνονται τα οπτικά νεύρα), μπορεί να προκληθεί μείωση της όρασης ή απώλεια των εξωτερικών οπτικών πεδίων.

Ορμονικά Προβλήματα: Η πίεση στον υποθάλαμο ή στον μίσχο της υπόφυσης μπορεί να διαταράξει το ενδοκρινικό σύστημα. Στα παιδιά, αυτό συχνά εκδηλώνεται ως πρώιμη ή καθυστερημένη ήβη και διαταραχές ανάπτυξης

Νευρολογικά Σημεία: Μπορεί να εμφανιστούν αστάθεια στο βάδισμα (αταξία), αναπτυξιακή καθυστέρηση ή το σπάνιο «σύνδρομο της κινούμενης κούκλας» (bobble-head doll syndrome), όπου το κεφάλι κάνει ακούσιες κινήσεις μπρος-πίσω.

Η εξέταση εκλογής για την διάγνωσή τους είναι η Μαγνητική Τομογραφία (MRI) Εγκεφάλου, η οποία και επιτρέπει στους νευροχειρουργούς:

-Να επιβεβαιώσουν ότι το περιεχόμενο είναι καθαρό ΕΝΥ.

-Να αξιολογήσουν τον βαθμό πίεσης στα οπτικά νεύρα και την υπόφυση.

-Να τη διαφοροποιήσουν από άλλες κυστικές βλάβες της περιοχής, όπως το κρανιοφαρυγγίωμα ή την κύστη σχισμής του Rathke.

Η αντιμετώπισή τους, εξαρτάται αποκλειστικά από την παρουσία συμπτωμάτων και το μέγεθος της κύστης:

Παρακολούθηση (Συντηρητική αντιμετώπιση): Αν η κύστη είναι μικρή, ασυμπτωματική και δεν προκαλεί υδροκέφαλο ή πίεση, συστήνεται απλή νευρολογική παρακολούθηση και επαναληπτικές μαγνητικές τομογραφίες σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Χειρουργική Επέμβαση: Εάν υπάρχουν συμπτώματα, προοδευτική αύξηση του μεγέθους ή υδροκέφαλος, η επέμβαση κρίνεται απαραίτητη. Οι κύριες μέθοδοι περιλαμβάνουν:

-Ενδοσκοπική Θυριδοποίηση (Endoscopic Fenestration): Αποτελεί τη σύγχρονη μέθοδο εκλογής. Μέσα από μια ελάχιστα επεμβατική διαδικασία, ο χειρουργός δημιουργεί ένα «παράθυρο» στο τοίχωμα της κύστης, επιτρέποντας στο εγκλωβισμένο υγρό να παροχετευτεί με ασφάλεια στις φυσιολογικές οδούς του εγκεφάλου.

-Τοποθέτηση Παροχέτευσης (Shunt): Εγκατάσταση ενός μόνιμου λεπτού σωλήνα (κυστεο-περιτοναϊκή παροχέτευση) που μεταφέρει το πλεονάζον υγρό από την κύστη στην κοιλιακή χώρα. Χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά πλέον λόγω του κινδύνου εξάρτησης ή έμφραξης της βαλβίδας.

Ενδοοστικό μηνιγγίωμα.

 


 

Το ενδοοστικό μηνιγγίωμα (primary intraosseous meningioma) είναι μια σπάνια μορφή μηνιγγιώματος που αναπτύσσεται μέσα στα οστά του κρανίου και όχι στην επιφάνεια του εγκεφάλου. Αποτελεί λιγότερο από το 2% του συνόλου των μηνιγγιωμάτων και λιγότερο από το 1% όλων των οστικών όγκων.  Συνήθως είναι καλοήθης όγκος (WHO grade I) βραδείας εξέλιξης.

Βασικά Χαρακτηριστικά.

Προέλευση: Αναπτύσσεται από κύτταρα των μηνίγγων που εγκλωβίστηκαν στα οστά (ραφές του κρανίου) κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη ή μετά από κάποιο τραύμα.

Μορφή: Μπορεί να προκαλέσει είτε πύκνωση του οστού (οστεοβλαστικό), είτε καταστροφή του οστού (οστεολυτικό), είτε μεικτή εικόνα.

Συχνότητα: Εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες μέσης και τρίτης ηλικίας.

Συμπτώματα.

Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το μέγεθος και το σημείο του κρανίου όπου εντοπίζεται ο όγκος:

-Ανώδυνο εξόγκωμα (σκληρή διόγκωση) στο κεφάλι.

-Τοπικός πόνος ή κεφαλαλγία (πονοκέφαλος).

-Προβολή του οφθαλμού (εξόφθαλμος) ή διαταραχές όρασης, αν ο όγκος βρίσκεται κοντά στον οφθαλμικό κόγχο.

-Ακουστικά προβλήματα ή ζάλη, αν εντοπίζεται στο κροταφικό οστό.

Διάγνωση.

Η διάγνωση γίνεται με απεικονιστικές εξετάσεις:

Αξονική Τομογραφία (CT): Δείχνει με ακρίβεια τις αλλαγές, τη διάβρωση ή την πύκνωση του οστού.

Μαγνητική Τομογραφία (MRI): Βοηθά να διαπιστωθεί αν ο όγκος επεκτείνεται προς τον εγκέφαλο ή τους γύρω μαλακούς ιστούς.

Αντιμετώπιση.

Χειρουργική αφαίρεση: Αποτελεί την κύρια θεραπεία. Ο νευροχειρουργός αφαιρεί το προσβεβλημένο οστό μαζί με ένα μικρό υγιές περιθώριο γύρω από αυτό.

Αποκατάσταση κρανίου: Το κενό που δημιουργείται στο οστό καλύπτεται συνήθως άμεσα με ειδικό πλέγμα ή κρανιοπλαστικό υλικό.

Παρακολούθηση: Αν ο όγκος είναι πολύ μικρός, εντελώς ασυμπτωματικός και ανακαλυφθεί τυχαία, μπορεί αρχικά να επιλεγεί η απλή τακτική παρακολούθηση με μαγνητικές τομογραφίες.