To μυελοβλάστωμα (Medulloblastoma, WHO grade IV) είναι ένας ταχέως αναπτυσσόμενος, κακοήθης όγκος του κεντρικού νευρικού συστήματος που ξεκινά από την παρεγκεφαλίδα. Αποτελεί τον πιο συχνό κακοήθη εγκεφαλικό όγκο της παιδικής ηλικίας, αν και μπορεί σπανιότερα να εμφανιστεί και σε ενήλικες. Το μυελοβλάστωμα προκύπτει από παρεκκλίνοντα βλαστικά κύτταρα της παρεγκεφαλίδας που έχουν εμποδιστεί να διαφοροποιηθούν στους φυσιολογικούς κυτταρικούς τους τύπους. Όταν αυτά τα εμβρυϊκά κύτταρα υφίστανται γενετικές μεταλλάξεις, η φυσιολογική τους ωρίμανση σταματά. Αντί να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Αυτή η αναστολή της ανάπτυξης εξηγεί την παρουσία πρωτόγονων κυττάρων και τις χαρακτηριστικές δομές (όπως οι ψευδοροζέτες Homer Wright) που εντοπίζονται στις βιοψίες. Παρόλο που το μυελοβλάστωμα δεν είναι κληρονομικό, κάποια σύνδρομα όπως το σύνδρομο Gorlin ή το σύνδρομο Turcot μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξής του. Λόγω της κακοήθους φύσης του ως βαθμού IV κατάWHO , απαιτεί άμεση και επιθετική ιατρική αντιμετώπιση.
Μοριακές Υποομάδες (Molecular Subgroups).
Η σύγχρονη ιατρική δεν αντιμετωπίζει το μυελοβλάστωμα ως μία ενιαία νόσο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), ταξινομείται σε 4 κύριες γενετικές υποομάδες που καθορίζουν την πρόγνωση και τη θεραπεία:
Group 1: χαρακτηρίζεται από την παθολογική ενεργοποίηση του μονοπατιού σηματοδότησης WNT/β-catenin. Αυτό το βιολογικό μονοπάτι είναι απαραίτητο για την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τη διατήρηση των βλαστοκυττάρων και την ομοιόσταση των ιστών. Ωστόσο, η παθολογική του ενεργοποίηση (συνήθως λόγω γενετικών μεταλλάξεων) αποτελεί βασικό μοχλό για την ανάπτυξη συγκεκριμένων μορφών καρκίνου και όγκων. Είναι η πιο σπάνια υποομάδα των μυελοβλαστωμάτων αλλά με την καλύτερη πρόγνωση, παρουσιάζοντας ποσοστά ίασης που συχνά ξεπερνούν το 90%.
Group 2: χαρακτηρίζεται από την παθολογική ενεργοποίηση του μονοπατιού σηματοδότησης Sonic Hedgehog (SHH). Αντιπροσωπεύει περίπου το 25% με 30% όλων των περιπτώσεων μυελοβλαστώματος Εμφανίζει ενδιάμεση πρόγνωση και παρουσιάζει διπλή ηλικιακή αιχμή (σε βρέφη κάτω των 4 ετών και σε ενήλικες). Είναι ο πιο συχνός υπότυπος σε άτομα άνω των 16 ετών (έως και 70% των ενήλικων μυελοβλαστωμάτων). Είναι σημαντικά ο λιγότερο συχνός σε παιδιά ηλικίας μεταξύ 4 και 16 ετών.
Group 3: χαρακτηρίζεται από την ενίσχυση (amplification) του ογκογονιδίου MYC. Αυτό το γονίδιο προκαλεί ταχύτατο πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων. Εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά, έχει υψηλό ποσοστό μεταστάσεων κατά τη διάγνωση και θεωρείται η πιο επιθετική υποομάδα. Παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό πρώιμης μετάστασης (περίπου 40-45%) στο νευρικό σύστημα κατά τη στιγμή της διάγνωσης.
Group 4: Η πιο κοινή υποομάδα (35-40% των περιπτώσεων) με ενδιάμεση πρόγνωση, συχνότερη σε αγόρια και μεγαλύτερα παιδιά. Θεωρείται το λιγότερο κατανοητό μοριακά, καθώς δεν έχει μία ξεκάθαρη, κυρίαρχη γονιδιακή μετάλλαξη όπως άλλες ομάδες (π.χ. WNT ή SHH). Είναι ο συχνότερος μοριακός τύπος μυελοβλαστώματος, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 35% έως 40% όλων των περιπτώσεων παγκοσμίως. Η 5ετής επιβίωση για παιδιά με Group 4 μυελοβλάστωμα κυμαίνεται γύρω στο 75% με 80%. Παρότι περίπου το 35-40% των ασθενών παρουσιάζει μετάσταση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κατά τη διάγνωση, η παρουσία μετάστασης στο Group 4 δεν συνεπάγεται απαραίτητα τόσο κακή πρόγνωση όσο στο Group 3.
Συμπτώματα.
Καθώς ο όγκος αναπτύσσεται στην παρεγκεφαλίδα, εμποδίζει τη ροή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού προκαλώντας υδροκέφαλο και αυξημένη ενδοκράνια πίεση. Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν:
Έντονους πονοκεφάλους (ιδιαίτερα το πρωί)
Ναυτία και επίμονους εμετούς
Αστάθεια στη βάδιση και απώλεια ισορροπίας (αταξία)
Διαταραχές στην όραση (π.χ. διπλωπία)
Θεραπευτική Αντιμετώπιση.
Η θεραπεία είναι συνδυαστική και εξατομικεύεται ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς και τη μοριακή υποομάδα του όγκου:
Χειρουργική Εξαίρεση: αποτελεί το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα. Στοχεύει στη μέγιστη ασφαλή αφαίρεση του όγκου και στην ιστολογική ταυτοποίηση. Αν υπάρχει υδροκέφαλος, τοποθετείται μια παροχέτευση (shunt) για την αποσυμπίεση του εγκεφάλου.
Ακτινοθεραπεία: εφαρμόζεται συνήθως σε όλο τον εγκέφαλο και τη σπονδυλική στήλη (κρανιονωτιαία ακτινοβολία) για την εξόντωση κυττάρων που μπορεί να έχουν διασπαρεί μέσω του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Αποφεύγεται ή καθυστερείται σε παιδιά κάτω των 3 ετών για την προστασία του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου.
Χημειοθεραπεία: χορηγείται μετά τη χειρουργική επέμβαση ή/και την ακτινοθεραπεία για την καταστροφή των υπολειπόμενων καρκινικών κυττάρων. Σε βρέφη και πολύ μικρά παιδιά, χρησιμοποιούνται σχήματα υψηλής δόσης (μερικές φορές με μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων) για να καθυστερήσει ή να αποφευχθεί η ακτινοβολία.
Πρόγνωση.
Η πρόγνωση έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία της American Cancer Society, τα ποσοστά 5ετούς επιβίωσης διαμορφώνονται ως εξής:
-Τυπικός Κίνδυνος (Standard Risk): παιδιά >3 ετών, χωρίς μεταστάσεις, στα οποία επιτευχθεί πλήρης αφαίρεση του όγκου έχουν ποσοστό 5ετούς επιβίωσης 70% έως 80%.
-Υψηλός Κίνδυνος (High Risk): παιδιά με μεταστάσεις ή σημαντικό υπολειπόμενο όγκο έχουν ποσοστό 5ετούς επιβίωσης περίπου 60%.
-Στους ενήλικες, η πρόγνωση εξαρτάται από τον υπότυπο με ένα γενικό ποσοστό 5ετούς επιβίωσης 65% έως 70%.





