Οι σπονδυλικές μεταστάσεις είναι οι πιο συνηθισμένοι όγκοι της σπονδυλικής στήλης, και αποτελούν περίπου το 90% των όγκων που ανακαλύπτονται στη σπονδυλική στήλη. Συνήθως παρουσιάζονται ως μεταστάσεις εντός των σπονδύλων, αν και σε ένα ποσοστό 20% ο όγκος μπορεί να επεκτείνεται μέσα στο σπονδυλικό σωλήνα και να πιέζει το νωτιαίο μυελό.
-μεταστάσεις στους σπονδύλους (94%- μπορεί όμως να έχουν και επισκληρίδιο επέκταση.
-ενδομηνιγγικές εξωμυελικές μεταστάσεις (5%)
-ενδομυελικές μεταστάσεις (1%)
Η συνηθέστερη εντόπιση είναι η θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης(50-60%), ακολουθούμενη από την οσφυϊκή (20%) και την αυχενική (10-20%).
Ένα χαρακτηριστικό των σπονδυλικών μεταστάσεων είναι ότι δεν επεκτείνονται στον μεσοσπονδύλιο δίσκο και αυτό βοηθά να τις ξεχωρίσουμε από τις φλεγμονές της σπονδυλικής στήλης. Η επέκταση των καρκινικών κυττάρων στη σπονδυλική στήλη μπορεί να γίνει με διαφόρους τρόπους, ο πιο συχνός όμως είναι η αιματογενής διασπορά μέσω των φλεβών του σπονδυλικού σωλήνα. Η μεγάλη συχνότητα εμφάνισης μεταστάσεων στην σπονδυλική οφείλεται, όπως απέδειξε ο Batson από το 1940, στην ευρύτατη φλεβική επικοινωνία ανάμεσα στο σύστημα των κοίλων φλεβών και στο πλούσιο παρασπονδυλικό φλεβικό δίκτυο το οποίο στερείται βαλβίδων.
Συνήθως οι μεταστάσεις της σπονδυλικής στήλης προέρχονται από το μαστό (21%), πνεύμονα (19%), προστάτη (7,5%), ουροποιητικό (5%), γαστρεντερικό (4,5%) και θυρεοειδή (2,5%). Υπολογίζεται ότι το 5-10% των καρκινοπαθών θα αναπτύξει σπονδυλικές μεταστάσεις.
Οι οστεολυτικές βλάβες συνοδεύονται από καταστροφή οστού, ενώ οι οστεοβλαστικές από παραγωγή οστίτη ιστού. Οστεολυτικού τύπου μεταστάσεις δίνουν ο πνεύμονας, ο νεφρός, ο θυρεοειδής και ο γαστρεντερικός σωλήνας .Οι μεταστάσεις από το μαστό είναι συνήθως οστεολυτικές, αλλά και μικτές μερικές φορές. Αντίθετα, οι μεταστάσεις από τον προστάτη είναι σχεδόν πάντα οστεοβλαστικές. Τα σπονδυλικά σώματα αποτελούν τυπικά την πρώτη εντόπιση των οστικών μεταστάσεων στη ΣΣ. Η οστική, όμως, βλάβη πρέπει να αφορά στο 30% με 50% των σπονδυλικών σωμάτων για να γίνει αντιληπτή. Έτσι, οι βλάβες των σπονδυλικών τόξων είναι ευκολότερα ανιχνεύσιμες αφού η προσβολή του φλοιώδους οστού τους απεικονίζεται ευκολότερα στις απλές ακτινογραφίες. Σημαντικό είναι να τονιστεί πως ο πόνος που εμφανίζουν οι ασθενείς με οστικές μεταστάσεις μπορεί να είναι παρών πριν οι ακτινολογικές αλλοιώσεις γίνουν ανιχνεύσιμες.
Ο πόνος είναι το πιο συχνό σύμπτωμα για το οποίο παραπονιούνται οι ασθενείς με μεταστάσεις στη σπονδυλική στήλη. Αν κάποιος ογκολογικός ασθενής παραπονεθεί για πόνο στη μέση ή στη ράχη, ο γιατρός του θα πρέπει οπωσδήποτε να αποκλείσει τις σπονδυλικές μεταστάσεις. Ένα χαρακτηριστικό του πόνου είναι ότι είναι πιο έντονος τη νύχτα και δεν αφήνει τον ασθενή να κοιμηθεί. Κλινικά ο πόνος αποτελεί το πρώτο και προεξάρχον σύμπτωμα στο 95% των ασθενών. Μπορεί να υπάρχει για εβδομάδες ή και μήνες και αποδίδεται συνήθως σε πιασίματα (θλάσεις), αρθρίτιδα ή δισκοπάθεια. Μπορεί επίσης να είναι εντοπισμένος με ευαισθησία στην ψηλάφηση της περιοχής ή ριζιτικός. Ο πόνος που επιδεινώνεται με τις κινήσεις και υποχωρεί με την ακινητοποίηση υποδηλώνει συνήθως εξωμηνιγγική βλάβη, ενώ όταν χειροτερεύει με την κατάκλιση συνήθως η βλάβη είναι ενδομηνιγγική ή ενδομυελική.
Αξίωμα αποτελεί σε καρκινοπαθή ασθενή με πόνο στην σπονδυλική στήλη, η διερεύνηση της πιθανής διάγνωσης σπονδυλικής μετάστασης έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο. Άλλα συνοδές κλινικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν τα παθολογικά κατάγματα των σπονδύλων, προοδευτικά επιδεινούμενα νευρολογικά ελλείμματα με αισθητικές και κινητικές διαταραχές του κορμού και των άκρων (αισθητικοκινητική παραπάρεση/τετραπάρεση ή -πληγία) σφικτηριακές διαταραχές, παραισθησίες, σπαστικότητα, δυσκοιλιότητα κ.ά. Αν ο όγκος επεκτείνεται εντός του σπονδυλικού σωλήνα μπορεί να προκαλέσει νευρολογικά προβλήματα όπως αδυναμία και μουδιάσματα στα κάτω άκρα, δυσκολία στη βάδιση ή ακόμα και προβλήματα με την ούρηση και το έντερο. Είναι εξαιρετικά σημαντικό, στην περίπτωση που υπάρχουν νευρολογικά συμπτώματα λόγω πίεσης των νεύρων, η αποσυμπίεση των νεύρων να γίνεται όσο ταχύτερα γίνεται. Όσο γρηγορότερα αποσυμπιεστούν τα νευρικά στοιχεία τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες βελτίωσης.
Οι πιο σημαντικές εξετάσεις και αυτές που είναι πιο πιθανό να ζητήσει ο θεράπων ιατρός είναι η μαγνητική τομογραφία, η αξονική τομογραφία και το PET. Η μαγνητική μπορεί να δείξει με μεγάλη ακρίβεια την έκταση της νόσου και το αν πιέζονται νευρικές δομές ή όχι. Η μαγνητική τομογραφία (MRI) συνδυάζει υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα και συμβάλλει στoν καθορισμό του ενδομυελικού ή εξωμυελικού χαρακτήρα της βλάβης, στην καταγραφή του βαθμού της οστικής προσβολής, στην ανίχνευση περιοστικής ή όχι συμμετοχής και στον καθορισμό της επέκτασης της βλάβης στα μαλακά μόρια. Η ολόσωμη MRI είναι περισσότερο ευαίσθητη από το σπινθηρογράφημα και επιπρόσθετα απεικονίζει τα μαλακά μόρια και τα συμπαγή όργανα. Φαίνεται, όμως, ότι δεν μπορεί να αντικαταστήσει το σπινθηρογράφημα, αφού οι οστικές βλάβες στο κρανίο ή τις πλευρές ανιχνεύονται δυσκολότερα με τη μαγνητική τομογραφία. Ο σπινθηρογραφικός έλεγχος με τεχνήτιο Tc-99m αποτελεί ευαίσθητη μέθοδο (90%) για την αξιολόγηση και σταδιοποίηση των οστικών μεταστάσεων, αλλά ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα μπορούν να καταγραφούν σε κάθε τύπο όγκου αφού η ειδικότητα της μεθόδου είναι μικρή. Η αξονική είναι μια καλή εναλλακτική και έχει και το πλεονέκτημα ότι απεικονίζονται πολύ καλά τα οστά. Η PET (Positron Emission Tomography) τoμογραφία αποτελεί μία ευαίσθητη απεικονιστική μέθοδο, η σπουδαιότητα της οποίας αυξάνεται συνεχώς στην Ογκολογία. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην απεικόνιση άλλων οστικών βλαβών, στη διαφοροδιάγνωση ουλής από υποτροπή της νόσου και στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Απαιτείται, όμως, μεγαλύτερη εμπειρία για να καθιερωθεί ως μέθοδος ρουτίνας στην αναζήτηση της πρωτοπαθούς εστίας. Αν ο κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος αποτύχει να θέσει την προέλευση της μεταστατικής εστίας, τότε επιχειρείται η βιοψία της πιο εύκολα προσβάσιμης βλάβης. Βιοψία στο πάσχον οστό μπορεί να γίνει με τη βοήθεια λεπτής βελόνας ή ανοικτά. Η βιοψία δια λεπτής βελόνης αποτελεί εξαιρετική μέθοδο για τη διερεύνηση της άγνωστης πρωτοπαθούς εστίας αφού μπορεί να θέσει τη διάγνωση στο 85% των περιπτώσεων. Μπορεί να γίνει και με τη βοήθεια αξονικού τομογράφου αλλά σε ένα ποσοστό<10% των περιπτώσεων αποτυγχάνει να θέσει τη διάγνωση. Στην περίπτωση αυτή, η οστική βλάβη πρέπει να θεωρείται σαν πρωτοπαθής όγκος και ο ασθενής να υποβάλλεται εκ νέου σε core-needle βιοψία.H βιοψία της οστικής βλάβης, ακόμη και η κλειστή, επιβάλλεται να γνεται πάντα από εξειδικευμένους ιατρούς αφού μια λανθασμένη εφαρμογή μπορεί να έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την περαιτέρω θεραπευτική προσέγγιση. Ένα λάθος το οποίο γίνεται επίσης είναι να θεωρηθεί η βλάβη σαν δευτεροπαθής εστία χωρίς να προηγηθεί βιοψία και να επιχειρηθεί η χειρουργική σταθεροποίησή της. Πολλοί ασθενείς με πρωτοπαθή νεοπλάσματα όπως το χονδροσάρκωμα και το κακόηθες ινώδες ιστιοκύττωμα, προσεγγίστηκαν θεραπευτικά σαν να είχαν μεταστατική νόσο και κατά συνέπεια ανεπαρκώς.
Αν οι ασθενείς δεν παρουσιάζουν πίεση του νωτιαίου μυελού ή των νεύρων τότε συνήθως δε χρειάζεται χειρουργείο. Οι περισσότεροι λοιπόν ασθενείς θα αντιμετωπιστούν με ακτινοβολία. Είναι όμως σημαντικό να ζητηθεί η γνώμη ενός νευροχειρουργού προκειμένω να αξιολογηθεί η σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης.
Αν όμως ο όγκος επεκτείνεται εντός του σπονδυλικού σωλήνα και πιέζει το νωτιαίο μυελό τότε η στρατηγική αντιμετώπισης αλλάζει σημαντικά! Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει άμεσα χειρουργική αποσυμπίεση προκειμένω να μην εγκατασταθεί μόνιμη βλάβη. Μελέτες έχουν δείξει ότι η παράλυση λόγω μεταστάσεων στη σπονδυλική στήλη καθηλώνει τους ασθενείς και μειώνει το προσδόκιμο επιβίωσης. Αντίθετα, η χειρουργική αποσυμπίεση βελτιώνει τη νευρολογική εικόνα και κατ’ επέκταση την πρόγνωση.
Ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, ενδεχομένως να χρειαστεί η χορήγηση κορτικοστεροειδών (κορτιζόνης). Μελέτες έχουν δείξει ότι η χορήγηση δεξαμεθαζόνης μειώνει τον πόνο και βελτιώνει τα συμπτώματα.
Μετά το χειρουργείο, χρειάζεται ακτινοβολία προκειμένω να περιοριστεί η περαιτέρω ανάπτυξη των μεταστάσεων. Συνήθως δίνονται στον ασθενή 30-40 Gy σε δέκα συνεδρίες (δηλ. δέκα μέρες).
Γενικά, για τη σωστή λήψη των αποφάσεων έχουν δημιουργηθεί ειδικοί αλγόριθμοι οι οποίοι συνυπολογίζουν διάφορες πληροφορίες (όπως πχ τη γενική κατάσταση του ασθενούς, την πρόγνωση, το αν υπάρχει νευρολογική βλάβη ή όχι, τη σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης κ.ο.κ.). Η πρόγνωση των ασθενών με μεταστάσεις στη σπονδυλική στήλη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως πχ πόσο καλά ελεγμένη είναι η πρωτοπαθής νόσος, τη γενική κατάσταση του ασθενούς, το αν υπάρχουν και άλλες εστίες κ.ο.κ.


