Ραγείσα αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία.

Αξονική Τομογραφία Εγκεφάλου σε άνδρα 50 ετών με αιφνίδιο οξύ  πονοκέφαλο, δείχνει ενδοεγκεφαλική αιμορραγία στο δεξιό ινιακό λοβό με επέκταση στις κοιλίες. Λόγω της άτυπης θέσης της αιμορραγίας, και του ιστορικού του, ο ασθενής υποβλήθηκε σε  αγγειογραφία, με την οποία αναδείχθηκε μια αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία (AVM), τροφοδοτούμενη από την δεξιά οπίσθια εγκεφαλική αρτηρία και αποστραγγιζόμενη μέσω μιας αποχετευτικής φλέβας στον άνω οβελιαίο κόλπο.

Κρανιοφαρυγγίωμα.

Τα Κρανιοφαρυγγιώματα  είναι καλοήθεις όγκοι που αποτελούν το 4-9% όλων των ενδοκρανιακών όγκων στην παιδική ηλικία. Είναι ο πιό κοινός περιυποφυσιακός όγκος σε αυτήν την ηλικία. Στους ενηλίκους, το Κρανιοφαρυγγίωμα αποτελεί 1% των όγκων εγκεφάλου. Η συμπεριφορά τους είναι απρόβλεπτη και η προέλευσή τους δεν είναι αποδειγμένη. Είναι συνήθως τοποθετημένοι κοντά στην υπόφυση και τον υποθάλαμο. Τα κρανιοφαρυγγιώματα έχουν εμβρυϊκή προέλευση, συνήθως εξορμούν από το πρόσθιο άνω χείλος της υπόφυσης και εντοπίζονται κυρίως στο τουρκικό εφίππιο ή σε παραεφιππιακές περιοχές. Η πρώτη αναγνώριση των όγκων αυτών έγινε σχεδόν ταυτόχρονα από τους Zenker και Luschka, το 1857 και 1860 αντίστοιχα. Πιο επισταμένα, οι όγκοι αυτοί μελετήθηκαν από τον Susman το 1932 και την ίδια εποχή ο Cushing καθιέρωσε τον όρο “κρανιοφαρυγγίωμα” προσπαθώντας να συμπεριλάβει και κάποια ανατομικά χαρακτηριστικά του όγκου. Ιστολογικά έχουν διαπιστωθεί δύο υπότυποι: τα αδαμαντινώματα και ο θηλωματώδης τύπος, ενώ έχουν περιγραφεί και μικτοί τύποι. Τα αδαμαντινώματα, είναι πιο συχνά στην παιδική ηλικία και πιστεύεται ότι προέρχονται από μετάπλαση του εμβρυϊκού πλακώδους επιθηλίου του κρανιοφαρυγγικού σωλήνα. Ο θηλωματώδης τύπος απαντάται κυρίως στους ενήλικες και θεωρείται ότι προέρχεται από μετάπλαση των αδενοϋποφυσιακών κυττάρων της υπόφυσης ή του μίσχου της. Τα αδαμαντινώματα έχουν συνήθως κυστική (59%) ή μικτή μορφή (30%) ενώ σε ένα μικρό ποσοστό (11%) είναι συμπαγή. Ο θηλωματώδης τύπος αποτελείται από ένα συμπαγή κυρίως όγκο (35-47%), ή μικτό (27-53%) και σπανιότερα κυστικό (12-27%). Το μεγαλύτερο ποσοστό των κρανιοφαρυγγιωμάτων (53-75%) καταλαμβάνει την περιοχή του τουρκικού εφιππίου και επεκτείνεται πάνω από αυτό, το 20-41% των όγκων αυτών εντοπίζεται μόνο υπερεφιππιακά και μόνο το 5-6% περιορίζεται μόνο ενδοεφιππιακά. Μικρό ποσοστό (8-12%) των κρανιοφαρυγγιωμάτων με υπερεφιππική εντόπιση επεκτείνεται στον πρόσθιο, μέσο και οπίσθιο βόθρο. Σπανίως, ένα κρανιοφαρυγγίωμα μπορεί να εντοπισθεί και σε άλλες περιοχές, όπως στον ρινοφάρυγγα, στους παραριρρινίους κόλπους κ.λπ. Οι κλινικές εκδηλώσεις και η ένταση τους εξαρτώνται κυρίως από την εντόπιση και το μέγεθος του όγκου αλλά και από την ηλικία του ασθενούς. Ένα κρανιοφαρυγγίωμα μπορεί να προκαλέσει πίεση στις παρακείμενες δομές, όπως στις οπτικές οδούς, στο εγκεφαλικό παρέγχυμα, στις κοιλίες, στα μεγάλα αγγεία και στο υποθαλαμο-υποφυσιακό σύστημα. Από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων η διάγνωση συνήθως καθυστερεί 1-2 έτη. Η διάγνωση ασθενούς με κρανιοφαρυγγίωμα βασίζεται σε κλινικά και ακτινολογικά ευρήματα και επιβεβαιώνεται με την ιστολογική εξέταση. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει απεικονιστικό έλεγχο, ενδοκρινολογικό έλεγχο προκειμένου να διαπιστωθεί το μέγεθος της υποφυσιακής ανεπάρκειας και οφθαλμολογικό έλεγχο. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη ριζική χειρουργική αφαίρεση, την υφολική ή μερική εκτομή, την αναρρόφηση του κυστικού υγρού, ενδοκυστική χορήγηση μπλεομυκίνης, ακτινοθεραπεία, στερεοτακτική χειρουργική (γ-knife ή cyber knife), στερεοτακτική ακτινοθεραπεία ή συνδυασμό των προηγούμενων τεχνικών. Οι πιο συνήθεις τακτικές είναι η ολική ή υφολική εκτομή ακολουθούμενη από ακτινοθεραπεία.

Αιμορραγία Duret.

Αιμορραγία Duret: δευτεροπαθής βλάβη του στελέχους που εντοπίζεται στο κεντρικό τμήμα της Γέφυρας και οφείλεται σε ρήξη γεφυρικών κλάδων της βασικής αρτηρίας. Είναι αποτέλεσμα μετατόπισης του στελέχους (κεντρικός ή διασκηνιδιακός εγκολεασμός) προς τα κάτω, λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης- εν προκειμένω λόγω οξέος υποσκληριδίου αιματώματος

Κύστη Rathke.

Οι Κύστεις Rathke είναι καλοήθεις, κυστικές εξεργασίες του εγκεφάλου, συγγενούς προέλευσης. Συχνότερα εντοπίζονται μέσα στο τουρκικό εφίππιο, αλλά είναι δυνατόν να εντοπιστούν και υπερεφιππιακά. Πιστεύεται ότι προέρχονται από εμβρυικά υπολείμματα του θύλακα Rathke. Πρώτη φορά το 1913, ο Goldzieher περιέγραψε την πρώτη περίπτωση Κύστης του Rathke σε νεκροτομικό εύρημα. Σήμερα χάρη στην έλευση της υπολογιστικής (CT) και της μαγνητικής τομογραφίας (MRI) αποτελούν αρκετά συχνό εύρημα (11-22%). Μολονότι το υποκείμενο υπόστρωμα ανάπτυξής τους είναι συγγενές, φαίνεται πως το μέγεθός τους διευρύνεται κατά τη διάρκεια της ζωής, για αυτό και ενώ είναι σπάνια στην παιδική ηλικία, αποτελούν συχνό εύρημα στους ενήλικες. Υπάρχει μια σαφή επικράτηση στις γυναίκες, με μια αναλογία αντρών/γυναικών περίπου 2:1.
Η πιο κοινή θεωρία για την προέλευσή τους είναι ότι προέρχονται από εμβρυολογικά απομεινάρια του θύλακα Rathke. Κατά την 24η ημέρα της εμβρυϊκής ζωής, ο θύλακας Rathke προκύπτει ως εγκόλπωµα του ραχιαίου τοιχώµατος του αρχέγονου στόµατος και είναι επενδεδυμένος με επιθηλιακά κύτταρα εκτοδερμικής προέλευσης. Περίπου την ίδια ώρα, εμφανίζεται και µια µικρή προς τα κάτω προσεκβολή του εδάφους του διεγκεφάλου, που καλείται χοάνη (infundibulum). Περίπου την πέμπτη εβδομάδα, ο θύλακας Rathke έρχεται σε επαφή με την χοάνη, και κατά την έκτη εβδομάδα, ο θύλακας Rathke χωρίζει από το επιθήλιο του στόματος με μια σύσφιξη. Έτσι σχηματίζεται η υπόφυση η οποία αποτελείται στην πραγματικότητα από δύο αδένες, την νευροϋπόφυση/οπίθιος λοβός ( που προέρχεται από την χοάνη του διεγκεφάλου) και την αδενοϋπόφυση/πρόσθιος λοβός (που προέρχεται από τον θύλακα Rathke). Αν παραμείνει ανοικτή σε κάποιο σημείο η σχισμή του θύλακα του Rathke τότε μπορεί να διευρυνθεί σε μέγεθος και να σχηματίσει μια κύστη.
Παθολογοανατομικά, το μέγεθος της κύστης μπορεί να ποικίλει από 2 έως και 40 mm. Το τοίχωμα της συνήθως είναι λεπτό και διαφανές, ενώ το υγρό της συνήθως είναι παχύρρευστο ή ζελατινώδες, κιτρινωπής απόχρωσης. Κατά την ιστολογική εξέταση, οι κύστεις συνήθως αποτελούνται από αγγειούμενο στρώμα συνδετικού ιστού που επενδύεται εσωτερικά από στοιβάδα βλεφαριδωτού επιθηλίου και καλυκοειδή κύτταρα. 
Συχνότερα εντοπίζονται εντός του τουρκικού εφιππίου. Είναι δυνατόν όμως να εντοπιστούν και να επεκταθούν και στην υπεριφιππιακή δεξαμενή.

Συνηθέστερα δεν προκαλούν συμπτώματα και έτσι συνήθως ανακαλύπτονται τυχαία. Οι περισσότερες κύστεις είναι μικρότερες των 2 cm σε διάμετρο. Συμπτωματικές Κύστεις Rathke είναι γενικά ασυνήθιστες, αλλά μπορεί να διευρυνθούν σε μέγεθος σε βάθος του χρόνου και να προκαλέσουν συμπτώματα δευτερογενή λόγω συμπίεσης του αδένα της υπόφυσης, του οπτικού χιάσματος, ή του υποθαλάμου.  Έτσι μπορούν να προκαλέσουν υποφυσιακή ανεπάρκεια και διαταραχές των οπτικών πεδίων. Συχνό σύμπτωμα είναι η κεφαλαλγίαΟι νεότεροι ασθενείς, ηλικίας 4-22 ετών, έχουν ενδείξεις υποϋποφυσισμού από νεαρή ηλικία, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανάπτυξης. Το δεύτερο πιο κοινό σύμπτωμα είναι η οπτική διαταραχή, η οποία αφορά ελαττώματα του οπτικού πεδίου που προκύπτουν από χιασματική συμπίεση. Άλλα ασυνήθιστα συμπτώματα σχετίζονται με αποπληξία της υπόφυσης, υποφυσίτιδα, γιγαντιαία ανάπτυξη της κύστης, άσηπτη μηνιγγίτιδα, ενδοκυστικό απόστημα, σφηνοειδίτιδα, και σύνδρομο κενού τουρκικού εφίππιου.
Αν οι κύστεις είναι συμπτωματικές η αντιμετώπισή τους είναι πάντα και μόνο χειρουργική. Οι μη συμπτωματικές κύστεις χρήζουν παρακολούθησης.