Αιμορραγία Duret.

Αιμορραγία Duret: δευτεροπαθής βλάβη του στελέχους που εντοπίζεται στο κεντρικό τμήμα της Γέφυρας και οφείλεται σε ρήξη γεφυρικών κλάδων της βασικής αρτηρίας. Είναι αποτέλεσμα μετατόπισης του στελέχους (κεντρικός ή διασκηνιδιακός εγκολεασμός) προς τα κάτω, λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης- εν προκειμένω λόγω οξέος υποσκληριδίου αιματώματος

Κύστη Rathke.

Οι Κύστεις Rathke είναι καλοήθεις, κυστικές εξεργασίες του εγκεφάλου, συγγενούς προέλευσης. Συχνότερα εντοπίζονται μέσα στο τουρκικό εφίππιο, αλλά είναι δυνατόν να εντοπιστούν και υπερεφιππιακά. Πιστεύεται ότι προέρχονται από εμβρυικά υπολείμματα του θύλακα Rathke. Πρώτη φορά το 1913, ο Goldzieher περιέγραψε την πρώτη περίπτωση Κύστης του Rathke σε νεκροτομικό εύρημα. Σήμερα χάρη στην έλευση της υπολογιστικής (CT) και της μαγνητικής τομογραφίας (MRI) αποτελούν αρκετά συχνό εύρημα (11-22%). Μολονότι το υποκείμενο υπόστρωμα ανάπτυξής τους είναι συγγενές, φαίνεται πως το μέγεθός τους διευρύνεται κατά τη διάρκεια της ζωής, για αυτό και ενώ είναι σπάνια στην παιδική ηλικία, αποτελούν συχνό εύρημα στους ενήλικες. Υπάρχει μια σαφή επικράτηση στις γυναίκες, με μια αναλογία αντρών/γυναικών περίπου 2:1.
Η πιο κοινή θεωρία για την προέλευσή τους είναι ότι προέρχονται από εμβρυολογικά απομεινάρια του θύλακα Rathke. Κατά την 24η ημέρα της εμβρυϊκής ζωής, ο θύλακας Rathke προκύπτει ως εγκόλπωµα του ραχιαίου τοιχώµατος του αρχέγονου στόµατος και είναι επενδεδυμένος με επιθηλιακά κύτταρα εκτοδερμικής προέλευσης. Περίπου την ίδια ώρα, εμφανίζεται και µια µικρή προς τα κάτω προσεκβολή του εδάφους του διεγκεφάλου, που καλείται χοάνη (infundibulum). Περίπου την πέμπτη εβδομάδα, ο θύλακας Rathke έρχεται σε επαφή με την χοάνη, και κατά την έκτη εβδομάδα, ο θύλακας Rathke χωρίζει από το επιθήλιο του στόματος με μια σύσφιξη. Έτσι σχηματίζεται η υπόφυση η οποία αποτελείται στην πραγματικότητα από δύο αδένες, την νευροϋπόφυση/οπίθιος λοβός ( που προέρχεται από την χοάνη του διεγκεφάλου) και την αδενοϋπόφυση/πρόσθιος λοβός (που προέρχεται από τον θύλακα Rathke). Αν παραμείνει ανοικτή σε κάποιο σημείο η σχισμή του θύλακα του Rathke τότε μπορεί να διευρυνθεί σε μέγεθος και να σχηματίσει μια κύστη.
Παθολογοανατομικά, το μέγεθος της κύστης μπορεί να ποικίλει από 2 έως και 40 mm. Το τοίχωμα της συνήθως είναι λεπτό και διαφανές, ενώ το υγρό της συνήθως είναι παχύρρευστο ή ζελατινώδες, κιτρινωπής απόχρωσης. Κατά την ιστολογική εξέταση, οι κύστεις συνήθως αποτελούνται από αγγειούμενο στρώμα συνδετικού ιστού που επενδύεται εσωτερικά από στοιβάδα βλεφαριδωτού επιθηλίου και καλυκοειδή κύτταρα. 
Συχνότερα εντοπίζονται εντός του τουρκικού εφιππίου. Είναι δυνατόν όμως να εντοπιστούν και να επεκταθούν και στην υπεριφιππιακή δεξαμενή.

Συνηθέστερα δεν προκαλούν συμπτώματα και έτσι συνήθως ανακαλύπτονται τυχαία. Οι περισσότερες κύστεις είναι μικρότερες των 2 cm σε διάμετρο. Συμπτωματικές Κύστεις Rathke είναι γενικά ασυνήθιστες, αλλά μπορεί να διευρυνθούν σε μέγεθος σε βάθος του χρόνου και να προκαλέσουν συμπτώματα δευτερογενή λόγω συμπίεσης του αδένα της υπόφυσης, του οπτικού χιάσματος, ή του υποθαλάμου.  Έτσι μπορούν να προκαλέσουν υποφυσιακή ανεπάρκεια και διαταραχές των οπτικών πεδίων. Συχνό σύμπτωμα είναι η κεφαλαλγίαΟι νεότεροι ασθενείς, ηλικίας 4-22 ετών, έχουν ενδείξεις υποϋποφυσισμού από νεαρή ηλικία, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανάπτυξης. Το δεύτερο πιο κοινό σύμπτωμα είναι η οπτική διαταραχή, η οποία αφορά ελαττώματα του οπτικού πεδίου που προκύπτουν από χιασματική συμπίεση. Άλλα ασυνήθιστα συμπτώματα σχετίζονται με αποπληξία της υπόφυσης, υποφυσίτιδα, γιγαντιαία ανάπτυξη της κύστης, άσηπτη μηνιγγίτιδα, ενδοκυστικό απόστημα, σφηνοειδίτιδα, και σύνδρομο κενού τουρκικού εφίππιου.
Αν οι κύστεις είναι συμπτωματικές η αντιμετώπισή τους είναι πάντα και μόνο χειρουργική. Οι μη συμπτωματικές κύστεις χρήζουν παρακολούθησης.

Αυχενική σπονδύλωση.

Με τον όρο αυχενική σπονδύλωση περιγράφεται η εκφυλιστικού τύπου αλλοίωση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Δηλαδή η οστεοαρθρίτιδα των αυχενικών αρθρώσεων. Το παθολογικό υπόστρωμα είναι η εκφύλιση όλων των ανατομικών δομών της σπονδυλικής στήλης συμπεριλαμβανομένων του μεσοσπονδυλίου δίσκου, του σώματος των σπονδύλων, των αρθρικών αποφύσεων και των συνδέσμων. Οι σπονδυλωτικές αλλαγές κατά την εκφυλιστική πορεία επηρεάζουν αρχικά τους συνδέσμους και τις οστικές δομές και δευτερογενώς τις νευραγγειακές δομές με τη στένωση της διαμέτρου του σπονδυλικού σωλήνος και των τρημάτων που προκαλούν. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ο σταδιακός περιορισμός του εύρους του σπονδυλικού σωλήνα του αυχένα και η πίεση του νωτιαίου μυελού και των νεύρων. 
Οι "παράγοντες κινδύνου" για την ανάπτυξη αυχενικής σπονδύλωσης περιλαμβάνουν:
*Ηλικία. Η αυχενική σπονδύλωση είναι ένα φυσιολογικό μέρος της γήρανσης. Οι σπονδυλικοί δίσκοι έχουν την τάση να αφυδατώνονται και συρρικνώνονται με την πάροδο των ετών.
*Επάγγελμα. Ορισμένες εργασίες ασκούν "πίεση" στο αυχένα: συνεχείς επαναλαμβανόμενες κινήσεις του λαιμού, λάθος θέση/στάση της κεφαλής, κ.α.
*Τραυματισμοί του αυχένα. Ιστορικό τραυματισμών του αυχένα φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο της αυχενικής σπονδύλωσης.
*Γενετικοί παράγοντες. Μερικές οικογένειες έχουν περισσότερες πιθανότητες κατά τη διάρκεια του χρόνου να αναπτύξουν αυχενική σπονδύλωση, ενώ σε άλλες οικογένειες η πάθηση θα αναπτυχθεί λιγότερο και σε προχωρημένες ηλικίες.
Στα αρχικά στάδια, η εκφυλιστική διεργασία μπορεί να είναι ασυμπτωματική και τα κλινικά συμπτώματα που οδηγούν τον ασθενή στο νευροχειρουργό να εμφανίζονται μετά από σημαντική στένωση του σπονδυλικού σωλήνος. Οι περισσότεροι ασθενείς με συμπτώματα από τον αυχένα, δεν χρειάζονται χειρουργείο. Συνήθως βελτιώνονται με συντηρητική αγωγή η οποία αποτελείται από αντιφλεγμονώδη, φυσικοθεραπεία, καθώς και με συνδυασμό ζεστού – κρύου σε τοπική εφαρμογή. Το 90% των ασθενών εμφανίζουν ανακούφιση από τον πόνο μέσα σε 2 με 4 βδομάδες. Αν ένας ασθενής εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικά προβλήματα από τον αυχένα ή το χέρι  (πόνο που ακτινοβολεί από τον αυχένα στο χέρι) παρά την συντηρητική αγωγή, τότε είναι υποψήφιος για χειρουργείο του αυχένα. Αν η συμπτωματολογία αφορά την βλάβη του Νωτιαίου Μυελού τότε η επέμβαση θεωρείται αναγκαία το γρηγορότερο δυνατό. Ο νωτιαίος μυελός πιέζεται όλο και περισσότερο από τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα εξής συμπτώματα: μούδιασμα ή και αδυναμία στα χέρια (ειδικά δυσκολία στις λεπτές κινήσεις όπως το γράψιμο και το κούμπωμα στο πουκάμισο), δυσκολία στο περπάτημα (αστάθεια βάδισης, βαριά ή «μαγκωμένα» πόδια), δυσκαμψία, πόνο ή πιάσιμο στον αυχένα και σε προχωρημένες περιπτώσεις, δυσκολία στην ούρηση, την αφόδευση και την σεξουαλική λειτουργία. Τα συμπτώματα της αυχενικής μυελοπάθειας εμφανίζονται αργά και ύπουλα, πολλές φορές δεν υπάρχει καθόλου πόνος κι έτσι μπορεί ο ασθενής να καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει όταν έχει ήδη χάσει ένα μεγάλο μέρος της μυϊκής ισχύος και έχει πχ ατροφία στα χέρια. Η θεραπεία της αυχενικής μυελοπάθειας είναι ουσιαστικά μόνο νευροχειρουργική και προς όφελος του ασθενούς είναι να γίνεται νωρίς, δηλαδή όταν έχουν φανεί τα πρώιμα σημεία της νόσου.
Η πρόσθια αυχενική δισκεκτομή με σπονδυλοδεσία είναι η πιο συνηθισμένη εγχείρηση για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων πού οφείλονται στην εκφύλιση και κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου του αυχένα.
Σε αυτή την επέμβαση ολόκληρος ο δίσκος που πάσχει αφαιρείται και αντικαθίσταται με ένα κομμάτι οστού, που αφαιρείται είτε από την πύελο (λεκάνη) του ίδιου του ασθενούς είτε προέρχεται από τράπεζα οστού. Συνήθως η σπονδυλοδεσία αυτή σταθεροποιείται  με την χρήση μιας μεταλλικής πλάκας ή και με ένα αυχενικό κολάρο. Ο σκοπός του χειρουργείου αυτού είναι διπλός:
Α) να αφαιρεθεί ο δίσκος και τα οστεόφυτα τα οποία πιέζουν τα νεύρα και το νωτιαίο μυελό,
Β) να ακινητοποιηθεί το μεσοσπονδύλιο διάστημα με την χρήση του οστικού μοσχεύματος και της πλάκας, ώστε να ελαττωθεί ο πόνος που σχετίζεται με την κίνηση του διαστήματος αυτού.
Αυτό το χειρουργείο βελτιώνει τον πόνο σε τουλάχιστον  πάνω από το 95% των ασθενών με πάθηση μέχρι κάποιου βαθμού. Το ίδιο χειρουργείο μπορεί να εκτελεστεί και για πολλαπλά επίπεδα στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Το χειρουργείο μπορεί να συνδυαστεί με αφαίρεση ολόκληρων σωμάτων των αυχενικών σπονδύλων (πρόσθια αυχενική σωματεκτομή). Με την επέμβαση αυτή αφαιρούνται ένα ή περισσότερα πάσχοντα σπονδυλικά σώματα με τους παρακείμενους δίσκους, με σκοπό την ανακούφιση της αυχεναλγίας και συμπτωμάτων των άνω και/ή των κάτω άκρων που προκαλούνται από πίεση των νευρικών ριζών (ριζοπάθεια) και/ή του νωτιαίου μυελού (μυελοπάθεια). Με τη χρήση χειρουργικού μικροσκοπίου γίνεται πρώτα αφαίρεση των παρακείμενων δίσκων. Στη συνέχεια αφαιρείται σταδιακά το πάσχον σπονδυλικό σώμα. Καθώς εξαλείφεται η πίεση στις νευρικές ρίζες και στο νωτιαίο μυελό επέρχεται ανακούφιση των συμπτωμάτων. Κατόπιν στο χώρο που δημιουργείται ανάμεσα στους παρακείμενους σπονδύλους μετά την αφαίρεση του σπονδύλου και των δίσκων και την κατάλληλη προετοιμασία των επιφανειών των παρακείμενων σπονδυλικών σωμάτων γίνεται η τοποθέτηση ειδικού μοσχεύματος/κλωβού.
Η αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού και των ριζών μπορεί να γίνει και με οπίσθια προσπέλαση του αυχένα. Η επιλογή της οπίσθιας προσπέλασης γίνεται βάση μερικών κριτηρίων, όπως: πίεση κυρίως από πίσω, σε πολλαπλά επίπεδα, μεγαλύτερες ηλικίες, φυσιολογική λόρδωση της αυχενικής μοίρας. Κατά το χειρουργείο γίνεται μέση οπίσθια προσπέλαση στον αυχένα (επί των ακανθωδών), 5-10 εκατοστά μήκους. Οι μυς παραμερίζονται, αφαιρείται η ακανθώδης απόφυση και το πέταλο των σπονδύλων που συμμετέχουν στην στένωση και απελευθερώνεται ο νωτιαίος μυελός. Μετά απελευθερώνονται τα αντίστοιχα νεύρα στα τρήματα τους. Η επέμβαση μπορεί να συνδυάζεται με οπίσθια ή και πρόσθια σπονδυλοδεσία αν υπάρχουν στοιχεία αστάθειας (ολίσθηση), σοβαρή εκφύλιση ή άλλοι λόγοι. 

Σύνδρομο απιοειδούς μυός.

Το σύνδρομο απιοειδούς μυός (Piriformis Syndrome) χαρακτηρίζεται απο παγίδευση του ισχιακού νεύρου από τον ομώνυμο μυ κατά την έξοδό του απο το ισχιακό τρήμα. Ο πόνος μιμείται την τυπική ισχιαλγία που προκαλείται από κήλη του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Το σύνδρομο είναι πιο συχνό στις γυναίκες και σε άτομα που αθλούνται συστηματικά όπως οι δρομείς. Η έλλειψη ορισμού και κλινικών κριτηρίων του συνδρόμου, η συσχέτισή του με παθολογία της ιερολαγονίου άρθρωσης καθώς και η κλινική ομοιότητά του με τη δισκογενή ισχιαλγία ή μυοπεριτονιακά σύνδρομα (myofascial syndromes) καθιστούν την κλινική του ταυτότητα ασαφή και τη διαγνωστική του προσπέλαση δυσχερή.
Οι μύες της οπίσθιας επιφάνειας της άρθρωσης του ισχίου (μυς του γλουτού) σχηματίζουν δυο στοιβάδες, την έσω (εν τω βάθει) και έξω (επιπολής). Η έσω (εν τω βάθει) στοιβάδα αποτελείται από τους βραχείς έξω στροφείς του ισχίου, τον απιοειδή, τους δίδυμους, τον τετράγωνο μηριαίο και τον έσω και έξω θυροειδή μυ. Ο μέσος και ο μικρός γλουτιαίος καλύπτουν το εξωτερικό μέρος της πυέλου και σαν συνέπεια της κατάφυσης τους στον μεγάλο τροχαντήρα, δρουν ως απαγωγοί του ισχίου. Η έξω (επιπολής) στοιβάδα αποτελείται από τον μεγάλο γλουτιαίο που μαζί με τον τείνοντα την πλατεία περιτονία σχηματίζουν τον λεγόμενο «πυελικό δελτοειδή μυ». Ονομάζεται έτσι, λόγω της ομοιότητας του με τον ομώνυμο μυ του ώμου.
Ο απιοειδής μυς εκφύεται οδοντωτά από την πρόσθια και έξω επιφάνεια του ιερού και από τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ιερό σπόνδυλο Ι2-I4. Αφού καλύψει την πρόσθια επιφάνεια της ιερολαγόνιας άρθρωσης, εξέρχεται από την πύελο μέσω του ισχιακού τρήματος και καταφύεται στην άνω επιφάνεια του μεγάλου τροχαντήρα, πολλές φορές μαζί με τον έσω θυροειδή μυ.
Η ανατομική σχέση του απιοειδή με τους ιστούς που γειτνιάζει αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της νευραγγειακής ανατομίας της περιοχής και συσχετίζεται με τη δημιουργία του πρωτοπαθούς ή δευτεροπαθούς συνδρόμου. Όλα τα νεύρα και αγγεία που εισέρχονται στον γλουτιαίο χώρο μέσω της πυέλου, είτε άνω είτε κάτω από τον απιοειδή, περνούν μέσα από το μεγάλο ισχιακό τρήμα: Πάνω από τον απιοειδή πορεύονται το άνω γλουτιαίο νεύρο μαζί με την ομώνυμη αρτηρία, ενώ κάτω από
τον απιοειδή η κάτω γλουτιαία αρτηρία και το κάτω γλουτιαίο νεύρο, το αιδοιϊκό νεύρο και η έσω αιδοιϊκή αρτηρία, το νεύρο για τον έσω θυροειδή μυ, το ισχιακό νεύρο, το οπίσθιο μηριαίο δερματικό νεύρο και ρίζες που νευρώνουν τον τετρακέφαλο μυ.
Το ισχιακό νεύρο σχηματίζεται από ρίζες του οσφυοϊερού πλέγματος (Ο4-Ι3) και αποτελείται σε ποσοστό 20% από νευρικές ίνες και 80% απο ινολιπώδη ιστό. Μετά από σύντομη διαδρομή του στον απιοειδή μυ εξέρχεται από την πύελο κάτω από τον μυ. Πιο συγκεκριμένα εξέρχεται από την πύελο δια της υποαπιοειδούς σχισμής και πορεύεται στην οπίσθια επιφάνειας του έσω θυροειδούς και των διδύμων μυών, επί του τετράγωνου μηριαίου μεταξύ ισχιακού κυρτώματος και μείζονα τροχαντήρα.
Με βάσει νεκροτομικά δεδομένα διαπιστώθηκε ότι το ισχιακό νεύρο διαπερνά τον απιοειδή στο 22% των περιπτώσεων. Απο αυτές το 5% διαπερνά τον απιοειδή μέσω της γαστέρας του μυός και το υπόλοιπο 17% διέρχεται μέσω του τένοντα του απιοειδή. Άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι στο 84% των περιπτώσεων το νεύρο διέρχεται κάτω από τον μυ, ενώ στο 18% διχάζεται σε δύο κλάδους. Ο ένας περνά κάτω και ο άλλος μέσα από τον μυ ή πάνω και μέσα από τον μυ αντίστοιχα.
Ο μηχανισμός της ισχιαλγίας συνεπεία του συνδρόμου του απιοειδούς μυός , δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητός. Οι επικρατέστερες θεωρίες είναι οι ακόλουθες:
1) Ενδομυϊκή παγίδευση. Το ισχιακό νεύρο παγιδεύεται στη γαστέρα του απιοειδή λόγω συμφύσεων, συνεπεία αρχικού τραυματισμού, όπως συμβαίνει π.χ. μετά απο πτώση στο γλουτόΣυνεπώς το σύνδρομο απιοειδούς ορίζεται ως σύνδρομο παγίδευσης του ισχιακού νεύρου.
2) Συμπίεση του νεύρου καθώς περνά μέσω του τένοντα του απιοειδούς (σύνδρομο καταπόνησης, υπέρχρησης, επαναλαμβανόμενοι μικροτραυματισμοί) κατά την έσω στροφή του ισχίου με επακόλουθη βλάβη και εμφάνιση συμπτωμάτων.
3) Αρχικό τραύμα εξελίσσεται σε μυοπεριτονιακό σύνδρομο πόνου (myofascial syndrome). Προκαλείται δηλαδή χρόνιος σπασμός του μυός σύμφωνα με τον ορισμό των μυοπεριτονιακών συνδρόμων ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί με ενέσεις στα ενεργά σημεία πυροδότησης (trigger points) ακόμη και μακριά από την πρωτογενή βλάβη.
4) Δευτεροπαθές σύνδρομο.
Το δευτεροπαθές σύνδρομο απιοειδούς μυός οφείλεται σε επινέμηση ή διήθηση του απιοειδούς μυός απο πυώδη μυοσίτιδα, διήθηση από όγκους, ανευρύσματα ή διεργασίες πέριξ του μυός. Το δευτεροπαθές σύνδρομο θεωρείται επίσης ότι προέρχεται από την ιερολαγόνια άρθρωση. Η άποψη αυτή είναι πλέον ξεπερασμένη, καθώς δεν διαφαίνεται σχέση του συνδρόμου του απιοειδούς μυόςμε κάποια παθολογία ή εμβιομηχανική διαταραχή των ιερολαγονίων αρθρώσεων. Έρευνα έχει δείξει ότι η συχνότητα εμφάνισης των δύο συνδρόμων είναι 21% και 0.33% αντίστοιχα. Άλλωστε, σε παθολογία των ιερολαγονίων αρθρώσεων μόνο 13 από τους 336 ασθενείς παρουσίασαν μυϊκό πόνο.
Ο μηχανισμός του πόνου οφείλεται σε ισχαιμία ή περινευρική φλεγμονή (συμπίεση) και εκδηλώνεται με σωματικό, αναφερόμενο ή νευροπαθητικό πόνο.
To τραύμα μπορεί να οδηγήσει σε φλεγμονή και σπασμό του μυός. Φλεγμονώδεις ουσίες όπως προσταγλανδίνη, ισταμίνη, βραδυκινίνη και σεροτονίνη απελευθερώνονται από τον φλεγμαίνοντα μυ και μπορούν να ερεθίσουν το ισχιακό νεύρο οδηγώντας στον φαύλο κύκλο άλγος-σπασμός-φλεγμονή-ερεθισμός.
Δεν υπάρχει διεθνώς αποδεκτός ορισμός και προτεινόμενα κριτήρια διάγνωσης του συνδρόμου του απιοειδούς μυός, με αποτέλεσμα η επιδημιολογική ανάλυση να δυσχεραίνεται καθοριστικά.
Η συχνότητα εμφάνισης είναι συνάρτηση του ορισμού και των κριτηρίων για τη διάγνωση του συνδρόμου του απιοειδούς μυός. Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες υπολογίζεται ότι η συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου του απιοειδούς μυός κυμαίνεται από 0.33%16 έως και 6% σε ασθενείς με οσφυοϊσχιαλγία. Η αναλογία θηλέων και αρρένων είναι 6 προς 1 σύμφωνα με μια έρευνα, ενώ είναι 3:1 για τον μυοπεριτονιακό πόνο. Οι ηλικίες που εμφανίζεται είναι από 30-50 ετών, ενώ είναι σπανιότερο σε ασθενείς κάτω των 20.
Πρέπει ,επίσης, να τονισθεί ότι πολλοί ασθενείς με σύνδρομο απιοειδούς μυός εκλαμβάνονται λανθασμένα ως πάσχοντες από οσφυοϊσχιαλγία σποδυλο-δισκογενούς αιτιολογίας και αντιμετωπίζονται με ΜΣΑΦ ή επισκληρίδιες εγχύσεις κορτικοειδών συχνά με θετική ανταπόκριση.
Στο ιστορικό του ασθενούς πιθανό να υπάρχει τραυματισμός στο γλουτό, όπως π.χ. σε πτώση. Συχνή αιτία είναι η υπερδραστηριότητα των στροφέων του ισχίου με συνέπεια εμφάνιση συνδρόμου υπέρχρησης ή το πολύωρο κάθισμα σε σκληρές επιφάνειες. Η ανισοσκελία, η αρθροπλαστική των ισχίων και η εγκυμοσύνη θεωρούνται επίσης ένας προδιαθεσικός παράγοντας.
Ο ασθενής με τυπικό σύνδρομο απιοειδούς παραπονιέται για πόνο στο γλουτό με ή χωρίς αντανάκλαση στον σύστοιχο οπίσθιο μηρό. Πολλές φορές ο πόνος μπορεί να επεκτείνεται κάτω από το γόνατο έως την οπισθοπλάγια επιφάνεια της κνήμης, μιμούμενο τυπική δισκογενή ισχιαλγία.
Τα συμπτώματα αναπαράγονται με την δραστηριότητα των κάτω άκρων και ειδικότερα με τις στροφές του ισχίου, αλλά συχνό χαρακτηριστικό εύρημα αποτελεί η επίταση του πόνου στην καθιστή θέση. Ο πόνος είναι δυνατόν να αναπαράγεται κατά την αφόδευση ή την ούρηση,ενώ συνήθως μπορεί να μετριάζεται με έλξη ή έξω στροφή του κάτω άκρου.
Άλλο σημαντικό σημείο θεωρείται μικρού βαθμού ατροφία των γλουτιαίων μυών και ακόμα η εμφάνιση συνοδού σημείου Τredelenburg (κλίση λεκάνης στην όρθια θέση). Η συμπίεση των συμπορευόμενων γλουτιαίων νεύρων είναι μια πιθανή εξήγηση για τα φαινόμενα αυτά. Επίσης έχει παρατηρηθεί αδυναμία των μυών που νευρώνονται από την Ι1 ρίζα έως και παρέσεις στον άκρο πόδα. Η αισθητικότητα μερικές φορές επηρεάζεται και παρατηρείται υπολειπόμενη υπαισθησία στα δερμοτόμια του ισχιακού νεύρου. 
Ο πόνος που βιώνεται από τον ασθενή με σύνδρομο απιοειδούς μυός μπορεί να χαρακτηριστεί ως σωματικός, νευροπαθητικός ή αναφερόμενος. Ο πόνος στον γλουτό θεωρείται σωματικός προερχόμενος δηλαδή από παθολογία (αλγοαισθητικοί υποδοχείς) του απιοειδούς ή άλλου γειτονικού ιστού. Ο πόνος στον οπίσθιο μηρό και τον άκρο πόδα θεωρείται είτε αναφερόμενος πόνος από τους γλουτούς (μέχρι το γόνατο) είτε νευρoπαθητικός πόνος από συμπίεση του ισχιακού ή του γειτονικού οπισθίου δερματικού νεύρου του μηρού.
Χρειάζεται πλήρης κλινική και ιδιαίτερα νευρολογική εξέταση της ΟΜΣΣ και των άκρων συμπεριλαμβανομένων της κίνησης, της μυϊκής ισχύος, της αισθητικότητας, των τενοντίων αντανακλαστικών των κάτω άκρων κλπ. για να αποκλειστούν παθήσεις που μιμούνται την συμπτωματολογία του συνδρόμου του απιοειδούς μυός. Μερικές φορές εμφανίζεται το σημείο Laseque σε αρχικά στάδια αλλά δεν αποτελεί σύνηθες ή παθογνωμονικό σημείο του συνδρόμου του απιοειδούς μυός. Συχνά υπάρχει ευαισθησία με την πίεση στην περιοχή του ισχιακού τρήματος, και ο πόνος αναπαράγεται με αυτόν τον τρόπο στην πλειονότητα των ασθενών. Συχνά διαπιστώνεται επώδυνη αλαντοειδής μάζα από το διογκωμένο και συνεσπασμένο απιοειδή μυ, και σπανιότερα ατροφία των γλουτιαίων μυών.
Ένα σημαντικό μέρος της φυσικής εξέτασης είναι οι ειδικές κλινικές δοκιμασίες (tests):
1. Το τεστ του Pace, εξετάζει την παρουσία πόνου κατά την ενεργητική απαγωγή του ισχίου στην καθιστή θέση.
2. Τροποποίηση του προηγούμενου είναι το test Beatty, όπου ο ασθενής κατακλίνεται σε πλάγια θέση με την πάσχουσα πλευρά προς τα άνω. Το ισχίο και το γόνατο είναι σε πλήρη κάμψη και το γόνατο ακουμπάει στο κρεβάτι. Εάν ο πόνος στο γλουτό αναπαράγεται με ανύψωση του σκέλους από το κρεβάτι τότε το σημείο είναι θετικό. Θετικό test μπορεί να υποδηλώνει και δισκοκήλη ή οστεοαρθρίτιδα ισχίου, ο πόνος των οποίων συνήθως προβάλλει ή διαχέεται σε διαφορετικά σημεία.
3. Το test Freiberg πραγματοποιείται με απότομη έσω στροφή του ισχίου ενώ το ισχίο βρίσκεται σε έκταση. Το σημείο είναι θετικό όταν αναπαράγεται πόνος στον γλουτό.
4. Το FADIR ή FAIR test, όπου FADIR/FAIR είναι το αγγλικό ακρωνύμιο για την κάμψη, προσαγωγή και έσω στροφή του μηρού, θέση στην οποία ο απιοειδής διατείνεται.
5. Αντίσταση στην έξω στροφή του ισχίου από θέση πλήρους έσω στροφής στην καθιστή θέση. Η δοκιμασία αυτή θεωρείται ίσως η πιο χρήσιμη για τη διαφοροποίηση από άλλα αίτια πόνου. 
6. Δακτυλική εξέταση δια του πρωκτού ή του κόλπου. Σύμφωνα με αρκετές μελέτες είναι πιθανό να αποκαλύψει ψηλαφητικά έναν μαλακό επώδυνο «όγκο», ο οποίος είναι ο απιοειδής μυς σε σύσπαση. Αυτό το σημείο είναι παρόν σε αρκετούς ασθενείς και θεωρείται ίσως το πλέον αξιόπιστο διαγνωστικά.
Τέλος τα νεότερα απεικονιστικά ευρήματα του συνδρόμου του απιοειδούς μυός είναι ενδιαφέροντα αν και εμφανίζουν σχετικές αδυναμίες. Το ίδιο ισχύει και με τον ηλεκτρομυογραφικό έλεγχο.
Oι απλές ακτινογραφίες είναι συνήθως χωρίς ιδιαίτερα ευρήματα. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να αναδειχθεί ενδογενής ενδομυϊκή ανωμαλία με τη μορφή της οστεοποιού (ή ασβεστοποιού) μυοσίτιδος ή ως ογκόμορφη αλλοίωση με αποτιτανώσεις αντίστοιχα προς τη θέση προβολής του. 
Η αξονική τομογραφία αδυνατεί να τεκμηριώσει παγίδευση του ισχιακού νεύρου. Μπορεί όμως να δώσει έμμεσα ευρήματα, όπως υπερτροφία ή συρρίκνωση του απιοειδούς μυός, διηθητικό όγκο ή άλλη χωροκατακτητική αλλοίωση καθώς και τοπική φλεγμονή του μυός, ευρήματα τα οποία αναδεικνύονται ευχερέστερα μετά από ενδοφλέβια έγχυση σκιαγραφικού.
Η μαγνητική τομογραφία σε περιπτώσεις οσφυοϊσχιαλγίας κατευθύνεται αρχικά προς την ΟΜΣΣ. Όμως τα συμβατικά και ευρέως εφαρμοζόμενα πρωτόκολλα μαγνητικής τομογραφίας της ΟΜΣΣ παρά το γεγονός ότι αναδεικνύουν άριστα τη σπονδυλική στήλη, το μηνιγγικό σάκκο και το περιεχόμενό του, δεν αναδεικνύουν με την ίδια επάρκεια τις νωτιαίες ρίζες μετά την έξοδό τους από τα μεσοσπονδύλια τρήματα καθώς και το οσφυοϊερό πλέγμα ή το ισχιακό νεύρο. Με αυτόν τον τρόπο, η κλασική MRI οσφύος συνήθως αδυνατεί να βοηθήσει ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα οφείλονται σε εξωτρηματικές ανατομικές-οργανικές αλλοιώσεις, όπως για παράδειγμα εκείνοι που πάσχουν από σύνδρομο του απιοειδούς μυός. Σε περίπτωση κατά την οποία είτε δεν υπάρχουν ευρήματα, γεγονός σπάνιο ειδικά σε άτομα κάποιας ηλικίας, είτε υπάρχουν κάποια ευρήματα τα οποία όμως δεν εξηγούν την κλινική σημειολογία, τότε είναι δυνατόν να ελεγχθούν ειδικά οι απιοειδείς μυς.
Tα αναμενόμενα ευρήματα από την κλασική MRI των απιοειδών μυών είναι δυνητικά τα ακόλουθα: Στις T1 ακολουθίες, υπερτροφία του απιοειδούς μυός, εξαφάνιση του λίπους που φυσιολογικά βρίσκεται εντός του μείζονος ισχιακού τρήματος και αντικατάστασή του από ιστό ο οποίος έχει σήμα παρόμοιο με εκείνο των μυών, απώλεια της φυσιολογικής γράμμωσης του απιοειδούς μυός ή απώθηση του μυός από τη φυσιολογική του θέση από κάποια μάζα (mass effect). Στις Τ2 ακολουθίες, διάχυτο οίδημα του μυός με υψηλό σήμα, οίδημα ως αποτέλεσμα όγκου, αποστήματος ή αιματώματος, ίνωση (η οποία έχει χαμηλό σήμα τόσο στις Τ1 όσο και στις Τ2 ακολουθίες) ως αποτέλεσμα προηγηθέντος τραυματισμού, φυσιολογική απεικόνιση του μικρού και μέσου γλουτιαίου μυός καθώς και του τείνοντος τη λαγονοκνημιαία ταινία μυός καθώς και ενδεχόμενη απεικόνιση παθολογικού σήματος εντός του μείζονος γλουτιαίου μυός ή ενδεχόμενη απεικόνιση ατροφίας του γλουτού και ελάττωση του φυσιολογικά υψηλού σήματος του λίπους (όταν χρησιμοποιούνται ακολουθίες καταστολής του λίπους ή STIR).
Στην περίπτωση αυτή τα ευρήματα είναι έμμεσα, χωρίς να θέτουν πάντα τη διάγνωση, δεδομένου ότι με δυσχέρεια αναδεικνύεται η παθολογία του ισχιακού νεύρου ή των κλάδων του στους οποίους αποσχίζεται σε περιπτώσεις ανατομικών παραλλαγών.
Το διαγνωστικό κενό έρχεται να καλύψει μια νέα και πολλά υποσχόμενη ακτινολογική μέθοδος, η MRΙ νευρογραφία του ισχιακού νεύρου η χρήση δηλαδή του μαγνητικού τομογράφου για την λήψη εικόνων του νεύρου όσο γίνεται υψηλότερης ευκρίνειας, όχι μόνον σε εγκάρσιο αλλά και διαμήκη άξονα, της οποίας βασικά πλεονεκτήματα είναι η ανάδειξη του ίδιου του νεύρου, της πιθανής βλάβης του καθώς και του αιτίου της βλάβης, ώστε να σχεδιαστεί η καταλληλότερη ανά περίπτωση θεραπευτική προσέγγιση. Για να αναδειχθεί άρτια, ακόμη και το ισχιακό που είναι το παχύτερο νεύρο (έως και 20 mm), απαιτείται προσεκτική επιλογή των πηνίων, των ακολουθιών, του προσανατολισμού και του πάχους των τομών καθώς και του εύρους πεδίου (field of view-FOV) που θα χρησιμοποιηθούν. Συνήθως λαμβάνονται τομές Τ1 προσανατολισμού με ακολουθίες SE (spin echo), σε στεφανιαίο, εγκάρσιο ή λοξό οβελιαίο επίπεδο, στις οποίες αναδεικνύεται σαφώς η ανατομία της περιοχής όσον αφορά τους μυς, τα αγγεία και το ίδιο το νεύρο καθώς αυτό περιβάλλεται από λίπος. Εν συνεχεία λαμβάνονται τομές στα ίδια επίπεδα με προσανατολισμό Τ2 και ακολουθίες TSE (turbo spin echo) για την ανάδειξη της παθολογίας. Επειδή ωστόσο το νεύρο είναι λεπτό, το παθολογικά υψηλό σήμα εντός του πολύ συχνά καλύπτεται και γίνεται δυσδιάκριτο από το περινευρικό και ενδονευρικό λίπος, το οποίο έχει κι αυτό λίαν υψηλό σήμα στις TSE ακολουθίες. Για τούτο το λόγο οι Τ2 ακολουθίες δεν εφαρμόζονται μόνες τους αλλά σε συνδυασμό με κάποια τεχνική καταστολής του λίπους. Οι δύο συχνότερα χρησιμοποιούμενες τεχνικές είναι η STIR (short tau inversion recovery) και η SPIR (saturation pulse inversion recovery).
Στις περισσότερες περιπτώσεις η θεραπεία του συνδρόμου του απιοειδούς μυός, είναι συντηρητική και βασίζεται σε:
A)Φυσικοθεραπεία (διατάσεις, μυοπεριτοναϊκή απελευθέρωση και ενίσχυση των μυών του κορμού, κοιλιακών κ.λπ.) για τη μείωση της καταπόνησης του απιοειδούς.
Β)Αποφυγή έντονης αθλητικής δραστηριότητας, όπως τρέξιμο, ποδηλασία, κωπηλασία, κλπ.
Γ)Συμπτωματική ανακούφιση του πόνου με μη-στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα ή/και μυοχαλαρωτικά από το στόμα.
Στις περιπτώσεις εκείνες που τα συντηριτικά μέτρα που περιγράφονται παραπάνω δεν φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, μπορούμε να εφαρμόσουμε ενέσιμη θεραπεία με τοπικά αναισθητικά (λιδοκαΐνη), αντιφλεγμονώδη, κορτικοστεροειδή, αλλαντική τοξίνη (Botox), ή ένα συνδυασμό τους.
Αυτή η θεραπεία απενεργοποιεί τον απιοειδή μύ για 3 έως 6 μήνες με πολύ καλά αποτελέσματα, χωρίς να οδηγεί σε αδυναμία των κάτω άκρων ή μείωση της δραστηριότητας.
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, όταν κάθε άλλη θεραπευτική τεχνική δεν έχει αποτέλεσμα, μπορεί να συστηθεί χειρουργική επέμβαση, που σκοπό έχει την απελευθέρωση του ισχιακού νεύρου, και τη μεταφορά του εκτός της πορείας του μυός.